Friday, March 15, 2013

Δικαιοσύνη, η ουσία της πολιτικής

του Σταύρου Τσακυράκη

Τα Νέα

15 Μαρτίου 2013

Αναρωτιόμουν πάντα γιατί ο πολιτειολόγος του ναζισμού Καρλ Σμιτ έχει πέραση. Ασφαλώς όχι επειδή οι ναζιστικές ιδέες έχουν απήχηση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η επιρροή του οφείλεται στη γοητεία που ασκεί σε κάποιους κύκλους της Αριστεράς, με τους οποίους έχει ένα κοινό ιδεολογικό στοιχείο: την έχθρα προς τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Πρόκειται για μια Αριστερά που, ακόμη και μετά το τέλος του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού, δεν συμφιλιώθηκε ποτέ με τις αξίες της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Γι' αυτό δεν είχε καμιά δυσκολία να παραβλέψει το χρώμα της δικτατορίας που ενίσχυσε η θεωρία του Καρλ Σμιτ. Κρατούσε την επιχειρηματολογία του για την πολιτική ως μέθεξη ενός πλασματικού λαού υπό την ηγεσία ενός αυτόκλητου καθοδηγητή. Την περιφρόνησή του προς τους τύπους και τις διαδικασίες, τον εκθειασμό της πράξης που γίνεται στο όνομα του λαού. Στην πιο απλουστευτική της μορφή η φιλοσοφία αυτή εκφράστηκε από συνθήματα του τύπου «μόνος θεσμός είναι ο λαός» ή «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη».

Οσο και να φαίνεται παράξενο, ο Σμιτ διατύπωσε ένα δόγμα που βρισκόταν σε πλήρη αντιστοιχία με την πρακτική της Γ' Διεθνούς. Εννοώ τη διάκριση που έκανε μεταξύ φίλου και εχθρού, την οποία θεωρούσε ως την ουσία της πολιτικής, το κύριο χαρακτηριστικό της κοινωνικής οργάνωσης. Πράγματι, η πολιτική δεν ήταν, κατ' αυτόν, η καθημερινή (λογιστική) διοίκηση των κοινωνικών σχέσεων, αλλά η συσπείρωση των φίλων στη βάση διάκρισης από τους εχθρούς με απόγειο τον αναπόφευκτο πόλεμο μεταξύ τους. Ο δεσμός και η αφοσίωση των φίλων μαζί με την προθυμία εξόντωσης των εχθρών (εξωτερικών ή εσωτερικών) αποτελούσαν τα συνδετικά στοιχεία της κοινωνικής ένωσης.

Είναι η ουσία της πολιτικής ο πόλεμος μεταξύ εχθρών και φίλων; Στις πιο μαύρες στιγμές της Ιστορίας μας, Eμφύλιος, διαίρεση εθνικοφρόνων και μη, δικτατορία, για να σταθώ μόνο στο πρόσφατο παρελθόν, φαίνεται ότι επιβεβαιώναμε το δόγμα του Σμιτ. Στη μεταπολιτευτική δημοκρατία σβήσαμε τις παλιές διαχωριστικές γραμμές, αλλά εξακολουθούσαμε να πολιτευόμαστε με έντονες διαιρέσεις, μολονότι αναμφίβολα λιγότερο δραματικές από αυτές του παρελθόντος. Τώρα πάλι στην κρίση που διανύουμε σχηματίζονται νέα στρατόπεδα φίλων και εχθρών. Διάφορες πολιτικές ομάδες και κόμματα χρησιμοποιούν εμφυλιοπολεμικό λόγο (δωσίλογοι, γερμανοτσολιάδες), στους τοίχους βλέπουμε συνθήματα με τη λέξη «θάνατος», είδαμε κρεμάλες στην Πλατεία Συντάγματος και φυσικά ξεφύτρωσε ένα νεοφασιστικό κόμμα, η Χρυσή Αυγή, που έχει «βρει» τους δικούς της εχθρούς και τους κυνηγάει. Μήπως, λοιπόν, ζούμε στιγμές αποθέωσης της πολιτικής και δεν το καταλαβαίνουμε;

Περισσότερα

Wednesday, March 13, 2013

Shylock on Trial: The Appellate Briefs

William Shakespeare is inextricably linked with the law, his plays rich in its terms, settings, and thought processes. In Shylock on Trial: The Appellate Briefs, the Hon. Richard A. Posner and Charles Fried rule on Shakespeare’s classic drama The Merchant of Venice. Framed as a decision argued by two appellate judges of the period in a trial following Shylock’s sentencing by the Duke of Venice, these essays playfully walk the line between law and culture, dissecting the alleged legal inconsistencies of Shylock’s trial while engaging in an artful reading of the play itself. The resultant opinions shed fresh light on the relationship between literary and legal scholarship, demonstrating how Shakespeare’s thinking about legal concepts and legal practice points to a deep and sometimes vexed engagement with the law’s technical workings, its underlying premises, and its social effects.

           

Sunday, March 3, 2013

Τα όρια του συνταγματικού πατριωτισμού και η διεθνής ανάγνωση του Μνημονίου

του Παναγιώτη Γκλαβίνη

Νομικό Βήμα

Δεκέμβριος 2013

Α. Εισαγωγή: Συνταγματικός πατριωτισμός στην Ευρωζώνη και αντιμετώπιση της κρίσης

Το Κοινοβούλιο δεν πιέζεται μόνο από πάνω, από την εκτελεστική εξουσία, αλλά και από κάτω, από τα κόμματα και τους πολίτες που εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους επειδή ορισμένα πολύ σημαντικά θέματα δεν συζητιούνται επαρκώς. Τα Κοινοβούλια δεν είναι απλοί νομοθετικοί μηχανισμοί λήψης αποφάσεων. Επιτελούν και μια ανακλαστική λειτουργία σε σχέση με την κοινωνία. Εάν δεν είναι σε θέση να την εκπληρώσουν, μπορεί να χάσουν γρήγορα τη νομιμοποίησή τους.
Το παράπονο αυτό, θα μπορούσε να το εκφράσει οιοσδήποτε Έλληνας πολίτης παρατηρεί τον τρόπο με τον οποίο αναγκάζεται να λειτουργεί συχνά η Βουλή τον καιρό των Μνημονίων. Από την ψήφιση του πρώτου μνημονιακού νόμου 3845/2010 και μετά, το Ελληνικό Κοινοβούλιο έχει πολλές φορές κληθεί να διεκπεραιώσει μέσα σε ασφυκτικές προθεσμίες και με συνοπτικές διαδικασίες σημαντικά σχέδια νόμου σε εκπλήρωση μνημονιακών υποχρεώσεων, προκειμένου η Κυβέρνηση να προλάβει ένα Eurogroup ή μια Σύνοδο Κορυφής για να πετύχει την εκταμίευση μιας δόσης ή την ελάφρυνση του δημοσίου χρέους της χώρας. Αποκορύφωμα αυτής της όψιμης κοινοβουλευτικής πρακτικής αποτέλεσε ο νόμος 4093/2012, που κατατέθηκε στη Βουλή με τη μορφή ενός και μόνο άρθρου, εγείροντας ενστάσεις περί της συνταγματικότητας της ακολουθούμενης διαδικασίας υπό το φως των άρθρων 76 § 1 και 72 § 4 Συντ. Και όμως, το παράπονο αυτό εκφράστηκε από ένα Γερμανό πολίτη τον Σεπτέμβριο του 2011.

Απευθυνόταν στην εκτελεστική εξουσία της χώρας του, την οποία προειδοποιούσε πως δεν ήταν δυνατό να φέρνει πάντοτε τους Γερμανούς βουλευτές προ τετελεσμένων γεγονότων με τη δικαιολογία ότι κινδύνευε το Ευρώ, ζητώντας τους κάθε φορά να απλώσουν ένα όλο και μεγαλύτερο αλεξίπτωτο για τις δανειζόμενες χώρες όπως η δική μας, χωρίς μια διεξοδική συζήτηση επί του θέματος. Δεν επιτρέπουμε στο Κοινοβούλιό μας να ακούσει την κοινωνία που εκπροσωπεί, παραπονείται ο Ευρωπαίος συμπολίτης μας. Και να του πει τι ακριβώς η γερμανική κοινωνία, θα ρωτούσε εύλογα κάποιος από μας. Προφανώς, ότι θα πρέπει να σταματήσει η χώρα του να δανείζει άλλες χώρες σαν τη δική μας. Και μετά τι; Το χάος; Μήπως τελικά οι κανόνες του οικονομικά αυτονόητου δεν είναι και τόσο αυτονόητοι στις δημοκρατίες μας;

Διαβάστε το άρθρο (PDF)

Monday, February 18, 2013

Ronald Dworkin’s Error

by Eric Posner

Slate

February 19, 2013

The distinguished legal scholar Ronald Dworkin, author of Law’s Empire, among many other books, and a frequent commentator for the New York Review of Books, died last week. An ingenious scholar, he made many important contributions to legal philosophy. Yet his most influential idea has produced a more questionable legacy. This is the idea that when judges decide constitutional cases, they should draw on moral principles as well as the legal materials at hand, like statutes and judicial precedents. This idea, abused by liberal and conservative judges alike, has harmed our democracy.

When judges are called upon to resolve disputes, they frequently face a pile of ambiguous texts. The Constitution, for example, overflows with vague, undefined phrases—“due process of law,” “equal protection,” “cruel and unusual punishment.” Statutes and earlier decided cases are often no better.

To resolve these ambiguities, judges may look for clues about the writers’ meanings, or follow canons of interpretation, like the rule that more specific legal commands prevail over more general commands. But it is tempting for judges also to rely on their moral beliefs, or ideological predispositions. If the Constitution bans “cruel and unusual punishment,” a judge who rejects the death penalty on moral grounds may want to conclude that the death penalty is cruel and unusual, and hence constitutionally barred. If the Constitution creates a “right to bear arms,” a judge who believes strongly in the right to self-defense may conclude that this right restricts gun control.

More

Saturday, February 16, 2013

The Most Important Legal Philosopher of Our Time

by Cass R. Sunstein

Bloomberg

February 16, 2013

Ronald Dworkin, a professor at New York University and the University of Oxford who died this week, was one of the most important legal philosophers of the last 100 years. He may well head the list.

He made countless enduring contributions to philosophy and legal theory. Among his greatest is a distinctive answer to a longstanding question: Do judges find law, or do they make it? His answer is a huge improvement over the crude alternatives that dominate public debates.

Consider a question about which people fiercely disagree: Does the U.S. Constitution require states to recognize same-sex marriages? In answering that question, judges have to deal with many precedents. For example, the Supreme Court has ruled that states can’t criminalize sexual acts between people of the same sex. The court has also forbidden states from banning racial intermarriages. At the same time, the court allows states to forbid polygamous marriages.

In resolving the same-sex marriage dispute, how can judges deal with such precedents? Here Dworkin introduced an arresting metaphor. Suppose that you are a participant in writing a chain novel. Others have written earlier chapters. Now it’s your turn. How shall you proceed?

Dworkin’s answer is that you have to engage in an act of interpretation. You can’t disregard what has come before. If your predecessors have started to write a romance, you can’t suddenly turn it into a work of science fiction without doing violence to what they have done. You owe a duty of fidelity to their work.

More

Friday, February 15, 2013

Ronald Dworkin (1931-2013)

Ο Φιλόσοφος της Ελευθερίας

του Αριστείδης Χατζή

Τα Νέα

15 Φεβρουαρίου 2013

Ο Ρόναλντ Ντουόρκιν (1931-2013), ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του δικαίου του 20ού αιώνα, πέθανε χθες από λευχαιμία στο Λονδίνο.

Ο Ντουόρκιν γεννήθηκε στο Ρόουντ Αϊλαντ των ΗΠΑ. Σπούδασε νομικά και φιλοσοφία στο Χάρβαρντ και την Οξφόρδη. Δίδαξε φιλοσοφία του δικαίου στο Yale μέχρι το 1969 όταν διαδέχθηκε τον μεγάλο φιλόσοφο Χέρμπερτ Χαρτ στην έδρα θεωρίας του δικαίου της Οξφόρδης. Το 1998 εγκατέλειψε την Οξφόρδη και συνέχισε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 δίδασκε ταυτόχρονα και στο Πανεπιστήμιο της Νέα Υόρκης.

Ο Ντουόρκιν ποτέ δεν αρκέστηκε στα θεωρητικά ερωτήματα που έθετε η αναλυτική φιλοσοφία του δικαίου μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Από το πρώτο του έργο (Παίρνοντας τα δικαιώματα στα σοβαρά, 1977) διαπλέκει τη φιλοσοφία του δικαίου με την πολιτική φιλοσοφία και το συνταγματικό δίκαιο. Δεν περιορίστηκε άλλωστε στην έρευνα, στη συγγραφή και στα μαθήματα στα πανεπιστήμια. Ως ένας από τους σημαντικότερους δημόσιους διανοούμενους των ΗΠΑ τα τελευταία 40 χρόνια αρθρογραφούσε συστηματικά στο New York Review of Books για θέματα της επικαιρότητας, υπερασπίζοντας πάντα με πολεμικό τρόπο αλλά και ισχυρά επιχειρήματα τα ατομικά, τα πολιτικά και τα κοινωνικά δικαιώματα.

Διαβάστε εδώ τη συνέχεια του άρθρου

Κατεβάστε το άρθρο σε PDF (όπως εκτυπώθηκε στα Νέα)

Διαβάστε τις νεκρολογίες στους New York Times, Guardian, Washington Post, Financial Times, Independent, Daily Telegraph, American Lawyer, τα κείμενα των Randy Barnett, Richard Epstein, Jim Fleming, Cass Sunstein και Lawrence Solum, ένα παλαιότερο κείμενο του Norman Barry και οπωσδήποτε το αφιέρωμα του New York Review of Books.


Διαβάστε στα ελληνικά τα άρθρα των Δημήτρη Κυρίτση, Γιάννη Μπασκόζου και Παύλου Σούρλα.



Τα σημαντικότερα έργα του Ronald Dworkin

Ελληνικές Μεταφράσεις ΑΡΘΡΑ 
  • "Η Υπόθεση Bork: Αρχική Πρόθεση, Αντικειμενική Ερμηνεία και Πολιτικός Καιροσκοπισμός στο Συνταγματικό Δίκαιο", Μτφ. Γ. Τράντας, Το Σύνταγμα 14: 266-289 (1988)
  • "Αντικειμενικότητα και Αλήθεια", Μτφ. Νάντια Κανελλοπούλου, Ισοπολιτεία 1: 15-91 (1997)
  • "Τρομοκρατία και Ατομικές Ελευθερίες, Μτφ. Γιώργος Σιδερής, Ισοπολιτεία 7: 197-223 (2003)
  • "Ο Rawls και το Δίκαιο", Μτφ. Δημήτρης Κυρίτσης, Ισοπολιτεία 8: 75-108 (2004).
Ευχαριστώ τον συνάδελφο και φίλο Φιλήμονα Παιονίδη για τη βοήθεια στην καταγραφή της ελληνικής βιβλιογραφίας/αρθρογραφίας του Ronald Dworkin.

Sunday, January 27, 2013

Ποιος φοβάται τη Δικαιοσύνη;

του Σπύρου Βλαχόπουλου

Το Βήμα

27 Ιανουαρίου 2013

Από τις τρεις κρατικές εξουσίες (νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική) παλαιότερα ο κόσμος εμπιστευόταν περισσότερο τη νομοθετική. Ο λόγος ήταν μάλλον απλός: το Κοινοβούλιο αποτελούσε την αντιπροσωπεία του λαού και το αντίβαρο στην εκτελεστική εξουσία του μονάρχη. Οταν όμως σταδιακά τα μοναρχικά πολιτεύματα άρχισαν να φθίνουν και τα Κοινοβούλια να ταυτίζονται με τις κυβερνήσεις (με τον πρωθυπουργό να κινεί ουσιαστικά τα νήματα και των δύο εξουσιών), τότε η νομοθετική εξουσία έχασε σε μεγάλο βαθμό την αυθεντία που της προσέδιδε η λειτουργία της ως «αντίπαλον δέος» στην αυθαίρετη εξουσία του μονάρχη. Σε αυτό συνετέλεσαν και άλλοι παράγοντες, όπως η κακή νομοθέτηση και η εξυπηρέτηση πελατειακών συμφερόντων μέσω της νομοθετικής εξουσίας. Σημασία έχει πάντως ότι ταυτόχρονα αυξανόταν το κύρος της δικαστικής εξουσίας, ως εκείνης της εξουσίας που είναι ανεξάρτητη και υψηλού επιπέδου, διασφαλίζοντας τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Τον τελευταίο όμως καιρό έχει αρχίσει στη χώρα μας η αμφισβήτηση και αυτής ακόμη της δικαστικής εξουσίας. Κορυφαίοι κρατικοί λειτουργοί ασκούν κριτική στη Δικαιοσύνη και δημοσιεύματα του Τύπου κρίνουν δικαστικές αποφάσεις με πολιτικούς όρους, όπως συνέβη με τις πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μνημόνιο και την ιθαγένεια. Παράλληλα, πολλαπλασιάζονται τα ερωτήματα: Είναι ανεξάρτητη η ελληνική Δικαιοσύνη; Επιτρέπεται να της ασκείται κριτική, ιδίως όταν αυτή προέρχεται από τον υπουργό Δικαιοσύνης; Μήπως οι ίδιοι οι δικαστικοί λειτουργοί, ή τουλάχιστον ορισμένοι εξ αυτών, έχουν συμβάλει στον κλονισμό της εικόνας τους; Ποιος είναι ο ρόλος της Δικαιοσύνης στη σύγχρονη τάση να κρίνουμε αντισυνταγματικά όλα όσα δεν μας βρίσκουν σύμφωνους από πολιτική άποψη ή θίγουν τα προσωπικά μας συμφέροντα;

Περισσότερα

Friday, January 25, 2013

Η αποτυχία των θεσμών

του Π.Κ.Ιωακειμίδη

Τα Νέα

25 Ιανουαρίου 2013

Στο σημαντικό βιβλίο τους Γιατί τα έθνη αποτυγχάνουν: Οι καταβολές της ισχύος, της ευημερίας και της φτώχειας (Why Nations Fail: The Origins of Power, Prosperity and Poverty - Profile Books, 2012), οι καθηγητές D. Acemoglu και J. Robinson διατυπώνουν τη βασική υπόθεση ότι «οι χώρες διαφέρουν στον βαθμό της οικονομικής τους επιτυχίας λόγω της ποιότητας των θεσμών και των κανόνων που προσδιορίζουν το πώς λειτουργεί η οικονομία καθώς και των αξιών και κινήτρων που εμπνέουν τους πολίτες». Οι συγγραφείς αποδίδουν δηλαδή την ύπαρξη ευημερίας ή φτώχειας καθώς και την οικονομική σταθερότητα σε μια χώρα σε πολιτικούς (θεσμούς) και πολιτιστικούς λόγους (κίνητρα για δράση). Μολονότι οι συγγραφείς μελετούν κυρίως αναπτυσσόμενες κοινωνίες και οικονομίες (Αφρικής, Λ. Αμερικής, Ασίας κ.ά.), η θέση τους ότι «οι θεσμοί είναι αυτοί που ευθύνονται, αυτοί που κρατούν τις φτωχές κοινωνίες φτωχές και τις εμποδίζουν να προωθήσουν τη διαδικασία ανάπτυξης ή ακριβώς το αντίθετο» προβάλλεται ως ισχύουσα και για άλλες περιπτώσεις ανεπτυγμένων κρατών. Και όταν αναφέρονται στους θεσμούς συμπεριλαμβάνουν το σύνολο των κρατικών, διοικητικών, πολιτικών δομών που συγκροτούν μια ορισμένη πολιτική οντότητα.

Η θέση των συγγραφέων είναι απολύτως σχετική με την Ελλάδα. Κατά βάση η οικονομική κρίση στην οποία οδηγήθηκε η χώρα συνιστά θεσμική/πολιτική αποτυχία ενώ τροφοδοτήθηκε από ένα ορισμένο πολιτιστικό μόρφωμα. Η θεσμική αποτυχία έγκειται στην αδυναμία κρατικού συστήματος, διοίκησης και πολιτικών φορέων να επιλύουν προβλήματα, να λειτουργούν ουδέτερα για την προαγωγή του γενικού συμφέροντος, να υπηρετούν την κοινωνία και τους πολίτες γενικώς και όχι επιμέρους συμφέροντα. Το πολιτιστικό μόρφωμα που τροφοδότησε την κρίση συναρθρώνεται με τα στοιχεία του ανορθολογισμού, της απουσίας εμπιστοσύνης σε θεσμικές δομές και ανάδειξη των διαπροσωπικών σχέσεων, στην ελάχιστη έμφαση στην ανάγκη απαρέγκλιτης τήρησης των κανόνων (ανομία), την ανάδειξη του κράτους στο ρόλο του απόλυτου προστάτη (ή του απόλυτου αντιπάλου), στην προβολή της προσωπικότητας μέσω εξωτερικών στοιχείων (κατανάλωσης, επιδεικτικής συμπεριφοράς).

Περισσότερα

Tuesday, January 8, 2013

Δικαστές κόντρα στον νόμο

του Παναγιώτη Κ. Τσούκα

Καθημερινή

8 Ιανουαρίου 2013

Από τον ανοικτό, πια, πόλεμο όλων εναντίον όλων που μαίνεται στη χώρα, οι δικαστές αποφάσισαν να μην απέχουν. Με το μόνο μέσο με το οποίο οι Ελληνες ξέρουν να διεκδικούν τα «δίκια» τους, την κατά μέτωπο έφοδο στα δημόσια αγαθά, οι δικαστές επέλεξαν ως μέσο πολιτικής πίεσης την ανάσχεση αυτής της ίδιας της δικαιοδοτικής λειτουργίας του κράτους, την οποία, πάντως, είχαν ορκισθεί να υπηρετούν τηρώντας το Σύνταγμα και τους νόμους.

Απέχοντας από τα καθήκοντά τους δεν την επιβαρύνουν μόνο με χιλιάδες ανεκδίκαστες υποθέσεις, αλλά απομειώνουν, μέχρις εκλείψεως, ό,τι απέμεινε από το συμβολικό κεφάλαιο των δικαστικών μας θεσμών. Κεφάλαιο που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι δεν είναι ταυτόσημο με το προσωπικό, ενός εκάστου δικαστή, κοινωνικό γόητρο, ώστε να το χειρίζονται κατά το δοκούν, σπαταλώντας το απερίσκεπτα.

Οι Ελληνες δικαστές με τις πρόσφατες κινητοποιήσεις τους κατόρθωσαν να πείσουν και τους πιο δύσπιστους ότι λίγο διαφέρουν από τους αρίφνητους υπαλλήλους του υδροκέφαλου Δημοσίου και του διαβόητου «ευρύτερου δημόσιου τομέα»: όταν πρόκειται για τα «δίκια» τους δεν υπάρχει τίποτα να τους σταματήσει -ούτε το ίδιο το Σύνταγμα- και τίποτα να τους κάνει να ντραπούν - ούτε η δημόσια κατακραυγή. Γιατί; Πώς εξηγείται αυτό;

Οι Ελληνες δικαστές γνωρίζουν καλά ό,τι κατέχει κάθε Ελληνας πολίτης. Γνωρίζουν ότι ο δημόσιος πλούτος της χώρας ποτέ δεν κατανεμήθηκε υπεύθυνα από τις κυβερνήσεις της με διαδικασίες διαφανείς και αξιακό κώδικα κοινώς αποδεκτό. Εχουν σοβαρούς λόγους να πιστεύουν ότι δεν θα ανέβαιναν ούτε κατ’ ελάχιστο στην υπόληψη των συμπολιτών τους αν αυτοί, μόνοι απ’ όλους τους μισθοδοτούμενους του ελληνικού Δημοσίου και των παραγώγων του, απείχαν από κάθε «δυναμική κινητοποίηση», αν είχαν περιορισθεί σε παραστάσεις ενώπιον κυβερνητικών αξιωματούχων, αν είχαν αρκεσθεί στην ανάπτυξη νομικών, συνταγματικών έστω, επιχειρημάτων και στην επίκληση συγκριτικών στοιχείων από την Ευρώπη.

Περισσότερα

Thursday, January 3, 2013

Free Speech When Constitutionalism Was Unpopular

by Laura Weinrib

Chicago's Best Ideas

January 2013

In the mid-1930s, the future of judicial review was uncertain. Politicians, social activists, and even legal academics denounced the federal judiciary’s hostility toward New Deal legislation as a threat to democratic progress and economic recovery. In the face of President Roosevelt’s “court-packing plan” and competing proposals to curb judicial power, conservative lawyers sought strategies for restoring popular faith in the federal courts. Their solution, Professor Weinrib will argue, was to embrace a cause they had long denounced as a front for radical activity: the judicial protection of free speech. After decades of heated clashes, the American Bar Association joined forces with its long-time adversary, the American Civil Liberties Union, to celebrate the First Amendment. In a self-conscious attempt to improve its public image, it recast the federal judiciary as a defender of personal liberties as well as economic rights. The new civil liberties consensus produced an unprecedented but durable commitment to a constitutional and counter-majoritarian theory of free speech.

Laura Weinrib is Assistant Professor of Law at the University of Chicago Law School. This Chicago's Best Ideas talk was recorded on November 7, 2012.

Listen to the speech

Σύνταγμα - κουρελού

του Αντώνη Παπαγιαννίδη

Protagon.gr

3 Ιανουρίου 2013

Ακριβώς πάνω στην αλλαγή του χρόνου – με την αποχώρηση του annus horribilis 2012, άλλωστε δίσεκτου. με το ξεκίνημα του αμφιλεγόμενου 2013, με συστατικό του το «13» για τους προληπτικούς – ξέσπασε η επικίνδυνη όσο και άθλια υπόθεση (και τους δυο χαρακτηρισμούς, τους χρησιμοποιούμε με καθαρά πολιτικό περιεχόμενο: η αισθητική διάσταση έχει ούτως ή άλλως προ πολλού εγκαταλείψει την δημόσια σκηνή στην Ελλάδα) με την λίστα Λαγκάρντ/Φαλτσιανί, με τον Γιώργο Παπακωνσταντίνου (που, ως κουτσό πλέον σκυλί, σπεύδουν να τον κλωτσήσουν πολλοί που τον ινδαλματοποιούσαν άκριτα), με τις επιμελημένες παραλείψεις της διερεύνησης του θέματος. Ό,τι χρειάζεται για να φεύγει η προσοχή από τα αληθινά δυσάρεστα και βαριά των ημερών και μηνών μπροστά μας!

Πάντως, με αφορμή την υπόθεση λίστας Λαγκάρντ – Παπακ, ξαναβρέθηκε στο προσκήνιο το Σύνταγμα-κουρελού μας. Με το (ψηφισμένο με συγκλονιστική πλειοψηφία) άρθρο 86 του… το οποίο συνταγματοποίησε την ατιμωτική λογική της ΜΗ-ευθύνης υπουργών, που τώρα όλοι (ή σχεδόν όλοι….) σπεύδουν να «διορθώσουν» ερμηνευτικά για να μην τους πάρει ο κόσμος με τις πέτρες.

Γέμισαν τα καφενεία, πάλι, ή έστω τα τηλεπαράθυρα με το τι αποτελεί «αδικήματα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους [των υπουργών]» (παράγραφος 1) και τι είναι «το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος» (παράγραφος 3). Άνθισαν οι συνταγματολόγοι. Ξιφούλκησαν οι δικηγόροι. Επέστρεψαν στην πρώτη γραμμή τα καφενεία, τα τηλεπαράθυρα. Τελικά, βέβαια, θα κρίνει το πράγμα η Βουλή – το μεγαλύτερο καφενείο απ’ όλα!

Περισσότερα

Wednesday, January 2, 2013

The Supreme Court’s disdainful approach toward U.S. democracy

by Geoffrey R. Stone

Washington Post

Letter to the Editor
January 2, 2013


George F. Will [“‘Disdain’ and democracy,” op-ed, Dec. 30] appeared to understand neither Pamela S. Karlan’s thesis in her Harvard Law Review article (which was spot on) nor the proper role of the Supreme Court in our constitutional system.

That role, in short, is to respect and uphold the reasonable judgments of the democratically elected branches of government except when there is a compelling reason to distrust those judgments. As the Supreme Court has recognized for the past 75 years, such distrust is warranted in two situations: when the majority enacts laws that disadvantage a historically oppressed group and when the majority enacts laws that perpetuate its own authority. It was this understanding of its constitutional responsibility that quite properly drove the decision-making of the Warren Court.

From this perspective, the conservative justices of the Roberts Court have a rather perverse view of their role. On the one hand, they consistently vote to uphold laws that disadvantage women, African Americans, political dissenters and people accused of crime. On the other, they consistently vote to invalidate laws that regulate guns, limit campaign expenditures by corporations and wealthy individuals and guarantee health care to all Americans.

More

Saturday, December 29, 2012

‘Democracy and Disdain’ misses the point of judicial review

by George Will

Washington Post

December 29, 2012

While accusing the Supreme Court’s conservative justices of “disdain for democracy,” Pamela S. Karlan proves herself talented at dispensing disdain. The Stanford law professor is, however, less talented at her chosen task of presenting a coherent understanding of judicial review. Still, her “Democracy and Disdain” in the November issue of the Harvard Law Review usefully illustrates progressivism’s consistent disdain for the Founders’ project of limiting government.

The primary focus of her displeasure is, remarkably, Chief Justice John Roberts’s opinion mostly upholding Obamacare. But she begins by being appalled at Justice Antonin Scalia’s suggestion that the lopsided majorities by which Congress in 2006 extended Section 5 of the 1965 Voting Rights Act were “a reason not for deference, but for suspicion.” Well.

That section requires some Southern states and other jurisdictions to seek Justice Department permission to make even minor changes in voting procedures. This was a justifiable infringement of federalism in 1965. But in 2006, when blacks were registering and voting at higher rates than whites in some covered states, Congress extended the act until 2031 using voting information from 1972. Surely Scalia was correct that Congress, indifferent to evidence, continued to sacrifice federalism merely to make a political gesture. The Roberts court was excessively deferential in not overturning Section 5 in a 2009 case, when it merely urged Congress to reconsider the section.

More

Pamela S. Karlan, "Democracy and Disdain"

Responses
Randy E. Barnett, "The Disdain Campaign"
Steven G. Calabresi, "The Constitution and Disdain"

See also

Saturday, December 22, 2012

Ο ηθικός πυρήνας της πολιτικής

της Βάσως Κιντή

Το Βήμα

22 Δεκεμβρίου 2012

Τα πολλαπλά σκάνδαλα στην πολιτική ζωή της χώρας επαναφέρουν διαρκώς τα τελευταία χρόνια τη συζήτηση στη σχέση πολιτικής και ηθικής, νόμων και ηθικής. Η ταύτιση νόμιμου και ηθικού χρησιμοποιήθηκε (π.χ. από τον Γ. Βουλγαράκη) και αμφισβητήθηκε, ενώ από πολλές πλευρές επανέρχεται το αίτημα να υπάρξουν ενέσεις ηθικής στην πολιτική συμπεριφορά και στην πολιτική διαχείριση. Τι υπονοείται με τη θέση αυτή; Οτι υπάρχει γενικευμένη διαφθορά, ότι κρατικοί λειτουργοί παραβιάζουν όχι μόνο τους νόμους αλλά και βασικούς κανόνες ηθικής, ότι οι πολιτικοί εξαπατούν τον λαό και διάγουν έναν βίο που περιφρονεί τις ηθικές αξίες. Αρα, αν θέλουμε το καλό του κράτους και της κοινωνίας μας, πρέπει να φέρουμε την ηθική στην πολιτική. Η βαθύτερη παραδοχή φαίνεται να είναι ότι η πολιτική είναι βρώμικη και η ηθική καθαρή, ότι η ηθική θα εξαγνίσει την πολιτική και τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα. Εφόσον η ηθική εισαχθεί στον πολιτικό μας βίο θα τον επαναφέρει στον σωστό δρόμο.

Παλαιότερα την ηθική επικαλούνταν κυρίως συντηρητικοί πολιτικοί και συντηρητικά κόμματα. Μπορούμε να θυμηθούμε το σύνθημα «τάξις και ηθική», την «Ηθική Πλειοψηφία» στην Αμερική του Ρίγκαν ή το «σεμνά και ταπεινά» του Κ. Καραμανλή. Το σημερινό αίτημα ωστόσο για τη λεγόμενη «ηθικοποίηση της πολιτικής» δεν εκπορεύεται κατ' ανάγκην από τον συντηρητικό χώρο και έχει άλλα χαρακτηριστικά. Δεν θέλει την επιβολή μιας συγκεκριμένης ηθικής αντίληψης στην κοινωνία διά της πολιτικής και των πολιτικών, αλλά επιζητεί τον σεβασμό βασικών ηθικών αρχών στον χώρο της πολιτικής. Οι ηθικές αυτές αρχές δεν είναι υποχρεωτικά περιορισμοί αλλά όροι ανάπτυξης της δημοκρατίας και των θεσμών της.

Ένα απαράκαμπτο χαρακτηριστικό των νεωτερικών κοινωνιών, λόγω κυρίως της έμφασης που δίνουν στο ατομικό υποκείμενο, είναι ο πλουραλισμός των ηθικών αντιλήψεων. Καθ' όλα ορθολογικά σκεπτόμενοι άνθρωποι διαφέρουν ριζικά ως προς το τι θεωρούν σωστό και τι λάθος. Το κράτος εντός του οποίου συμβιώνουν δεν θέλει να προαγάγει και να επιβάλει σε όλους έναν συγκεκριμένο ηθικό τρόπο ζωής, ούτε αποτελεί την ενσάρκωση ενός ηθικού συστήματος. Το κράτος των σύγχρονων δημοκρατιών τηρεί στάση ουδετερότητας απέναντι στους πολίτες του, οι οποίοι μπορούν απρόσκοπτα να επιλέξουν το δικό τους ιδεώδες ευτυχίας και ζωής. Στα θεμέλια βέβαια της κοινωνικής και πολιτικής θέσμισης υπάρχει ένα ελάχιστο ηθικών αξιών και αρχών που αποτελούν και τη βάση για τη διατύπωση των κανόνων δικαίου, χωρίς και πάλι να ταυτίζεται το νόμιμο με το ηθικό. Η ελευθερία, η ισότητα, η αυτονομία, η δικαιοσύνη, τα δικαιώματα κ.λπ. επιτελούν έναν πολιτικό ρόλο και συνιστούν ένα ελάχιστο πολιτικής συμφωνίας που επιτρέπει στο κράτος να διασφαλίζει και να προάγει την κοινωνική συμβίωση.

Περισσότερα

Thursday, December 20, 2012

Το φάντασμα της κανονικότητας

του Ηλία Κανέλλη

Τα Νέα

20 Δεκεμβρίου 2012

Οποιος χθες το βράδυ γύρω στις 8.30 βρισκόταν στην περιοχή γύρω από το Μουσείο της Ακρόπολης θα έπεφτε σε ένα θέαμα ιδιαιτέρως συνηθισμένο για την Ελλάδα και απολύτως ασυνήθιστο για οποιαδήποτε κανονική ευρωπαϊκή χώρα. Στο κέντρο του τουριστικού ενδιαφέροντος για τη χώρα μας, στο πιο προβεβλημένο σημείο του μεγάλου αρχαιολογικού περίπατου της πρωτεύουσας, στην αρχή του πεζοδρόμου της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, δηλαδή, υπήρχαν παρκαρισμένα μερικές δεκάδες μεγάλα μαύρα γυαλιστερά πολυτελή αυτοκίνητα. Διπλωματικά και κυβερνητικά. Παρκαρισμένα παράνομα!

Δίπλα και ανάμεσα στα αυτοκίνητα αυτά έχει νόημα να σημειωθεί ότι ήταν και πολλοί εκπρόσωποι της τάξης, άνθρωποι της Τροχαίας και της Δημοτικής Αστυνομίας. Εκοβαν κλήσεις; Οχι βεβαίως. Εκοβαν βόλτες και μάλλον τα φύλαγαν - φύλαγαν, δηλαδή, τα αυτοκίνητα που είχαν παρκάρει παράνομα.

Τι ζητούσαν τόσα αυτοκίνητα πάνω στον πεζόδρομο που είναι φτιαγμένος με ακριβούς κυβόλιθους ακριβώς για να περπατούν οι πεζοί; Το γερμανικό Ιδρυμα Κόνραντ Αντενάουερ είχε εγκαίνια της αντιπροσωπείας του που θα λειτουργήσει στην Ελλάδα στο Μουσείο της Ακρόπολης - μάλιστα κεντρικός ομιλητής στην τελετή των εγκαινίων ήταν ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς. Ηταν μια εκδήλωση στόχος της οποίας, μεταξύ άλλων, ήταν να συμβολίσει την κοινή ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας με τη Γερμανία. Στην πολιτική οι συμβολισμοί συχνά παίζουν μεγάλο ρόλο. Ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, η εκδήλωση, και η παρουσία του Πρωθυπουργού επιδίωκαν να στείλουν το μήνυμα ότι η Ελλάδα θα αναταχθεί και, κυρίως, θα προχωρήσει, χάρη και στις δρομολογημένες μεταρρυθμίσεις, όχι ως ευρωπαϊκή εξαίρεση αλλά ως κανονική ευρωπαϊκή χώρα. Γι' αυτό, άλλωστε, μεταξύ άλλων, αναφερόμενος στον Αντενάουερ, τον γερμανό καγκελάριο της μεταπολεμικής ανασυγκρότησης της χώρας του, τόνισε ότι «έδινε προτεραιότητα στην εξωτερική αξιοπιστία της [Γερμανίας] και στην εσωτερική συνοχή».

Την ίδια στιγμή, ωστόσο, που ο Πρωθυπουργός μέσα στο Μουσείο επικαλούνταν το ευρωπαϊκό παράδειγμα, έξω από το Μουσείο δέσποζε μια βαθιά βαλκανική εικόνα: τα αυτοκίνητα των αξιωματούχων παρανομούσαν επιδεικτικά, εκπέμποντας τον ακριβώς αντίθετο συμβολισμό: οι πολιτικοί ηγέτες στην Ελλάδα δεν έχουν την υποχρέωση να τηρούν τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί για όλους, γι' αυτό και τους παραβιάζουν επιδεικτικά. Την ίδια στιγμή που μέσα ο Πρωθυπουργός αποκήρυσσε τον ελληναράδικο εξαιρετισμό, τα κρατικά αυτοκίνητα έξω, αραδιασμένα στον πεζόδρομο, τον διατυμπάνιζαν. Διατυμπάνιζαν, δηλαδή, ότι στο ελληνικό κράτος δεν έχουν ακόμα καταλάβει ότι η διεκδίκηση της κανονικότητας αφορά και τους πολίτες και τους πολιτικούς. Ολους. Μια κανονική χώρα χρειάζεται κανονικούς πολίτες, κανονικούς πολιτικούς - και νόμους που θα τους τηρούν όλοι σε κάθε περίπτωση. Στοιχειώδες; Για κανονικές κοινωνίες, ασφαλώς. Για τις άλλες...

Πηγή

Wednesday, December 19, 2012

Corruption, Inequality and Trust: The Greek Vicious Circle from Incremental Adjustment to “Critical Juncture”?

by Christos J. Paraskevopoulos

Harvard University
Center for European Studies

CES Papers - Open Forum # 13, 2012
December 2012


Drawing primarily on new institutionalist approaches to Europeanization and the institutional theory of trust, and based on critical evaluation of the post-authoritarian period in terms of institutional and policy evolution, this paper argues that the situation in Greece over the last decade or so characterized by relatively high levels of corruption and inequality and low levels of social and institutional trust has constituted a vicious circle that can be conceptualized as a “multiple/institutional equilibrium”. In this respect, the current period of institutional and policy change should be viewed as a “critical juncture”, actually a consequence of the external shock facing the country, marked by the serious economic and political crises over the last two to three years. Yet, given that cor¬ruption, inequality and lack of trust are characterized as rather “sticky” phenomena, the paper, differentiating -up to a point- from other theories of transition/change, such as cultural, modernization and/or late industrialization theories, provides evidence of the Greek paradox, namely that this vicious circle is a relatively recent phenom¬enon that can be traced back to the post-authoritarianism, and in particular post-EU accession period, the main feature of which, however, has been incremental institutional and policy change. In other words, the vicious circle can itself be considered as a side-effect or byproduct of inadequacies/failures of the adjustment and/or moderniza¬tion processes themselves. In accounting for this phenomenon, the paper points to the congruence of cheap credit, on the one hand, as a result of Greece’s accession into the Eurozone, and the long-established weakness of the domestic institutional infrastructure, on the other, identified primarily with political clientelism and/or low “qual¬ity of government”. A key feature of this weakness has been the predominant role of rent-seeking interest groups in Greece’s policy-making structure at the expense of (civil) society. This phenomenon, however, is closely linked to the predominance of particularized (“amoral familism”-like) over generalized/social trust, which constitutes a key feature of Greece’s institutional infrastructure. Thus the lack of social trust is identified as a key intervening/ explanatory variable within the research hypotheses of this paper.

Read the Paper

Tuesday, December 18, 2012

Η απομονωμένη ελίτ των δικαστών

του Γρηγόρη Καλφέλη

Το Βήμα

18 Δεκεμβρίου 2012

«Αν μια δίκαιη κοινωνία απαιτεί ένα ισχυρό αίσθημα κοινότητας, θα πρέπει να καλλιεργήσει στους πολίτες το ενδιαφέρον για το σύνολο , την αφοσίωση για το κοινό αγαθό».

Αυτά αναφέρει ο διανοούμενος του Χάρβαρντ Michael Sandel σε μια πρόσφατη εκπληκτική πραγματεία του για τη Δικαιοσύνη και φαίνεται σαφώς ότι οι έλληνες δικαστές δεν συμμερίζονται αυτό το ενδιαφέρον για το σύνολο, αφού προτιμούν μια απόλυτα ιδιωτικοποιημένη ερμηνεία για την ευτυχία (:ο καθένας για τον εαυτό του).

Πώς φαίνεται αυτό; Από το ακατανόητο γεγονός ότι συνεχίζουν την αντισυνταγματική πρακτική της διακοπής των συνεδριάσεων κάθε ημέρα (οδηγώντας κατ’ αποτέλεσμα- και ολέθρια- σε παραγραφή πολλές ποινικές υποθέσεις και διαπαιδαγωγώντας τους πολίτες -ως εφαρμοστές του νόμου- με μια κουλτούρα ανομίας)!

Πράγμα, βεβαίως, το οποίο είχε κάνει πριν από λίγο καιρό και μια άλλη πνευματική ελιτ -η ελιτ των πρυτάνεων- που δεν εφάρμοζε μέχρι την τελευταία στιγμή τον νόμο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Βεβαίως, οι δικαστικοί λειτουργοί έκαναν μια μικρή (και άνευ σημασίας) παραχώρηση, δηλαδή αποφάσισαν να διακόπτουν τις συνεδριάσεις των δικαστηρίων λίγο πριν από το μεσημέρι και όχι το πρωί ( όπως γινόταν μέχρι τώρα), αναπαράγοντας κατ' ουσία το ίδιο εκρηκτικό αδιέξοδο στη συνολικότερη απονομή της δικαιοσύνης.

Όμως, το ερέθισμα για τη διατύπωση αυτών των παρατηρήσεων δόθηκε από ένα παράδοξο άρθρο της προέδρου της Ένωσης των Δικαστών και των Εισαγγελέων (ΤΑ ΝΕΑ, 8/12/2012).

Περισσότερα

Πριόνι

του Γιώργου Λακόπουλου

Τα Νέα

18 Δεκεμβρίου 2012

Κουίζ από τα πιο εύκολα του είδους: ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας και στην ουσία παράγει και τα υπόλοιπα; Η απάντηση έχει δοθεί πολλές φορές και από πολλούς: η βαθιά ανομία. Υπάρχουν νόμοι για όλους και για όλα. Αλλά στην πράξη δεν τηρούνται. Πότε γιατί «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και όχι αυτός που ψηφίζει η Βουλή. Πότε γιατί είναι ανίκανη ή αδιάφορη η Διοίκηση να τον εφαρμόσει. Πότε γιατί οι νόμοι αλληλοεξουδετερώνονται. Πότε γιατί δεν υπάρχει πολιτική βούληση - αφού στην Ελλάδα θεωρείται αναγκαία για την εφαρμογή ενός νόμου. Και πότε γιατί ο ίδιος ο νόμος παρέχει την ευχέρεια της ακύρωσής του, με την τρομερή διατύπωση «κατ' εξαίρεσιν δύναται...», στην οποία πατάνε υπουργοί, γραμματείς και φαρισαίοι και τα κάνουν όλα κατ' εξαίρεσιν. Δηλαδή παρακάμπτουν... νομίμως τον νόμο!

Υποτίθεται ότι εδώ και καιρό όλο και περισσότεροι συμφωνούν ότι η ελπίδα της Ελλάδας να γίνει κανονική χώρα, με κανονική οικονομία, με κανονικό πολιτικό σύστημα, κανονική διοίκηση, κανονικούς πολιτικούς και κανονικούς πολίτες είναι να εφαρμόζονται κανονικά οι νόμοι της.

Οι πρώτοι που έχουν συμφέρουν από αυτό είναι όσοι κυβερνούν. Γιατί από την εξάλειψη της ανομίας εξαρτάται η πολιτική τους. Αλλωστε είναι οι θεσμικοί θεματοφύλακες της εφαρμογής των νόμων. Και ο βασικός τρόπος εφαρμογής ενός νόμου σε κάθε σύστημα δικαίου είναι ο σεβασμός των αποφάσεων που εκδίδουν τα δικαστήρια κατ' εφαρμογήν των νόμων.

Περισσότερα

Το λάθος του κ. Στουρνάρα

του Ανδρέα Πετρουλάκη

Protagon.gr

18 Δεκεμβρίου 2012

«Θα δείτε δικαστικές αποφάσεις με έλλειψη ψυχραιμίας», είχε πει προ ημερών ο εκπρόσωπος των δικαστών και εισαγγελέων και δεν σηκώθηκαν οι πέτρες. Ήταν τότε που ο Υπουργός Δικαιοσύνης τους παρεχώρησε ενσωμάτωση των αποδοχών στο μισθό (μόνο σε αυτούς), ρύθμιση στεγαστικών δανείων (οι μόνοι προφανώς που το έχουν ανάγκη) και άλλες διευκολύνσεις, αλλά οι ίδιοι δεν ικανοποιήθηκαν.

Φανταστείτε έναν συνδικαλιστή πυροσβέστη, μετά τις πρόσφατες περικοπές στα ειδικά μισθολόγια, να έλεγε “θα δείτε κτίρια να καίγονται αβοήθητα». Φανταστείτε ένα γιατρό να έλεγε για τον ίδιο λόγο «θα δείτε περίεργους θανάτους». Κανείς αστυνομικός δεν έχει πει ποτέ «θα σας κλέβουν και θα κοιτάμε», κανείς αξιωματικός «θα παρατήσουμε τα σύνορα», κανείς φαροφύλακας «θα σβήσει ο φάρος όταν περνά καράβι», κανείς εκπαιδευτικός «θα αφήσουμε τα παιδιά σας στούρνους», επειδή απειλούνται τα εισοδήματά τους. Ακόμα και όταν η συνδικαλιστική πρακτική καταφεύγει σε υποκριτικές υπερβολές είναι προς τη θετική πλευρά. Απεργούμε για την καλύτερη εξυπηρέτησή σας, για την καλύτερη υγεία του λαού, για να μάθουν τα παιδιά σας γράμματα κλπ.

Οι εκπρόσωποι των δικαστών έκαναν αυτό που ουδείς άλλος λειτουργός έχει κάνει στη χώρα μας. Εκβιασμό με αντικείμενο ακριβώς αυτό που δίνει νόημα στη ύπαρξή τους. Παρέβησαν το κοινωνικό συμβόλαιο. Λίγες μέρες μετά ήρθε η δικαστική απόφαση που έβγαζε παράνομη την είσπραξη του τέλους ακινήτων με τον λογαριασμό της ΔΕΗ, πάνω από χρόνο μετά την εφαρμογή του μέτρου. Σύμπτωση; Πιθανότατα. Όμως η θέση τους είναι υπονομευμένη από τους ίδιους. Και είναι διπλά υπονομευμένη γιατί η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι δεν διστάζουν να παραβούν τον νόμο και το Σύνταγμα, αυτοί οι κατεξοχήν θεματοφύλακες των θεσμών, προκειμένου να μη μειωθούν παραπάνω οι αποδοχές τους. Δεν διστάζουν να κάνουν λευκή απεργία και να επιδεινώνουν ακόμα παραπάνω τους ήδη απαράδεκτους ρυθμούς απόδοσης Δικαιοσύνης, μολονότι το απαγορεύει ο νόμος.

Περισσότερα

Wednesday, December 12, 2012

Ο ενδημικός ναζισμός

του Χαράλαμπου Ανθόπουλου

Έθνος

12 Δεκεμβρίου 2012

Το 1965, ένας Αμερικανός ιστορικός, ο William Sheridan Allen, εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, βασισμένο στη διδακτορική του διατριβή, με τίτλο Η ναζιστική κατάληψη της εξουσίας. Η εμπειρία μιας γερμανικής πόλης 1922-1945.

Επρόκειτο για ένα εξαιρετικό παράδειγμα μικροϊστορικής ανάλυσης, που επιχειρούσε να απαντήσει, μέσα από την έρευνα των συνθηκών της καθημερινής ζωής των κατοίκων μιας μικρής γερμανικής πόλης, σε ένα από τα πιο δραματικά ερωτήματα του 20ού αιώνα: πώς είναι δυνατόν μια πολιτισμένη κοινοβουλευτική δημοκρατία, στην οποία άκμαζαν τα γράμματα, οι τέχνες και η επιστήμη του δικαίου, να μετασχηματισθεί, υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης, σε μια μηδενιστική δικτατορία;

Οπως και άλλοι μελετητές πριν και μετά από αυτόν, ο Allen θεώρησε ως σημείο καμπής της διαδικασίας αυτής τη μεταστροφή των μεσαίων στρωμάτων, τα οποία, κυριαρχημένα από τον φόβο της προλεταριοποίησης, προσχώρησαν μαζικά στο εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα, το οποίο από το ασήμαντο 2,6% των εκλογών του 1928 έφτασε, μέσα από σειρά αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων, στο 43.9% των εκλογών του 1933, που ήταν και οι τελευταίες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Από την ανάλυση του Allen προκύπτει όμως και ένα άλλο συμπέρασμα: ότι ο ναζισμός δεν υπήρξε προϊόν μιας ανεπανάληπτης πολιτικής συγκυρίας, αλλά αποτελεί μια ενδημική παθολογία της δημοκρατίας.

Περισσότερα