Economist
April 20, 2011
In 2004, while tossing chunks of meat to his pet Bengal tigers, Saif Qaddafi (then seen as the Libyan ruler’s reformist scion) outlined to a foreign visitor his plans to convert his father’s rambling theory of direct democracy into a real political system. Something on Swiss lines would be ideal.
The particular ambition may seem risible now. Yet the general sentiment is common. The Alpine federation’s political system, in which citizens may vote 30-plus times a year in a mixture of local and national polls, is proving seductive for politicians and voters of all stripes.
Some Swiss votes are ordered by politicians, yet many, known as “initiatives”, are binding votes on national legislation triggered by citizens’ petitions. In recent years these have widened state health-insurance to cover alternative medicine; enforced deportation of foreigners guilty of serious crimes and benefit fraud; and banned the building of mosques with minarets.
Helvetian zeal for direct votes skews global statistics. Nearly a quarter of all recorded national referendums have taken place there. Countries hold almost twice as many referendums as they did 50 years ago, says David Altman, a political scientist at the Catholic University of Chile. In the past 20 years more than 100 have introduced some sort of direct voting, says the Initiative and Referendum Institute Europe (IRI-E), a think-tank.
Politicians may be getting keener on public support for new laws. But few want to allow voters to write them: that would be not so much democracy, they say, as ochlocracy—mob rule. Compact and cohesive electorates, such as in a Swiss canton, are unusually good places for such votes to work: voters are more likely to ponder the issues fully beforehand, and to deal maturely with the result afterwards.
More
Thursday, April 21, 2011
Direct Democracy: Vox populi or hoi polloi?
Λαθρεπιβάτες της απείθειας
του Κωστή Παπαϊωάννου
Τα Νέα
21 Απριλίου 2011
Καθώς η χώρα βυθίζεται ταχύτατα στη δίνη της πολυεπίπεδης κρίσης, η επιµονή στην ακριβολογία φαντάζει ίσως περιττή πολυτέλεια ή εθελοτυφλία. Κι όµως, τώρα είναι που οι λέξεις βαραίνουν περισσότερο.
Μια έννοια που «ελαφραίνει επικίνδυνα» τον τελευταίο καιρό είναι η πολιτική ανυπακοή. Ο γεννήτοράς της, ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό (δείτε το βιβλίο του Περί πολιτικής ανυπακοής, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1849), υποστήριζε πως ο πολίτης που δεν εκχωρεί τη συνείδησή του στον νοµοθέτη µπορεί να παραβιάζει έναν άδικο νόµο µε σκοπό να καταργηθεί. Και ο Τζον Ρολς (κορυφαίο του βιβλίο, η Θεωρία της δικαιοσύνης, ελληνική έκδοση Πόλις, 2001) υποστήριζε πως η πολιτική ανυπακοή εµπνέεται από τις αρχές της δικαιοσύνης οι οποίες διαπνέουν το Σύνταγµα και τους κοινωνικούς θεσµούς. Τελείται µη βίαια, δηµόσια, ανοιχτά και έπειτα από κατάλληλη προειδοποίηση.
Αυτή η ανυπακοή λοιπόν µπορεί να καταξιώσει εκείνον που µε τις πράξεις του επιβεβαιώνει και ολοκληρώνει την ιδιότητα του πολίτη. Εκείνον που δρα ως επώνυµο πρόσωπο και αναλαµβάνει τις ευθύνες των πράξεών του όταν – και µόνο όταν – τα νόµιµα µέσα κατά µιας ουσιώδους και σαφούς αδικίας αποδεικνύονται άχρηστα. Αυτού του είδους η ανυπακοή, έλεγε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, εκφράζει σεβασµό προς τον νόµο. Ο Κινγκ δεν επαγγελλόταν οποιαδήποτε ανυπακοή ή αντίσταση στον άδικο νόµο αλλά εκείνη που γίνεται δηµόσια, αποφεύγει τη βία και είναι έτοιµη να αποδεχθεί την ενδεχόµενη κύρωση για την παράβαση του νόµου.
Περισσότερα
Τα Νέα
21 Απριλίου 2011
Καθώς η χώρα βυθίζεται ταχύτατα στη δίνη της πολυεπίπεδης κρίσης, η επιµονή στην ακριβολογία φαντάζει ίσως περιττή πολυτέλεια ή εθελοτυφλία. Κι όµως, τώρα είναι που οι λέξεις βαραίνουν περισσότερο.
Μια έννοια που «ελαφραίνει επικίνδυνα» τον τελευταίο καιρό είναι η πολιτική ανυπακοή. Ο γεννήτοράς της, ο Χένρι Ντέιβιντ Θορό (δείτε το βιβλίο του Περί πολιτικής ανυπακοής, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1849), υποστήριζε πως ο πολίτης που δεν εκχωρεί τη συνείδησή του στον νοµοθέτη µπορεί να παραβιάζει έναν άδικο νόµο µε σκοπό να καταργηθεί. Και ο Τζον Ρολς (κορυφαίο του βιβλίο, η Θεωρία της δικαιοσύνης, ελληνική έκδοση Πόλις, 2001) υποστήριζε πως η πολιτική ανυπακοή εµπνέεται από τις αρχές της δικαιοσύνης οι οποίες διαπνέουν το Σύνταγµα και τους κοινωνικούς θεσµούς. Τελείται µη βίαια, δηµόσια, ανοιχτά και έπειτα από κατάλληλη προειδοποίηση.
Αυτή η ανυπακοή λοιπόν µπορεί να καταξιώσει εκείνον που µε τις πράξεις του επιβεβαιώνει και ολοκληρώνει την ιδιότητα του πολίτη. Εκείνον που δρα ως επώνυµο πρόσωπο και αναλαµβάνει τις ευθύνες των πράξεών του όταν – και µόνο όταν – τα νόµιµα µέσα κατά µιας ουσιώδους και σαφούς αδικίας αποδεικνύονται άχρηστα. Αυτού του είδους η ανυπακοή, έλεγε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, εκφράζει σεβασµό προς τον νόµο. Ο Κινγκ δεν επαγγελλόταν οποιαδήποτε ανυπακοή ή αντίσταση στον άδικο νόµο αλλά εκείνη που γίνεται δηµόσια, αποφεύγει τη βία και είναι έτοιµη να αποδεχθεί την ενδεχόµενη κύρωση για την παράβαση του νόµου.
Περισσότερα
Friday, April 15, 2011
Εμείς και τα πτώματα
του Τάκη Μίχα
Protagon.gr
15 Απριλίου 2011
Στην πρόσφατη συζήτηση για την δωρεά οργάνων με αφορμή την παρουσίαση του σχετικού νομοσχεδίου εκφράσθηκαν δυο εκ πρώτης όψεως διαμετρικά αντίθετα απόψεις. Η μια η σοσιαλιστική (του π.χ. ΠΑΣΟΚ) δίνει την κυριότητα του νεκρού σώματος (και συνεπώς των οργάνων του) εν μέρει στο κράτος. Η άλλη η φιλελεύθερη (που εξέφρασε π.χ. η Δημοκρατική Συμμαχία) αντιστέκεται στην όπως την αποκαλεί «κρατικοποίηση» του σώματος και προτείνει ότι μόνο το ζων άτομο έχει το δικαίωμα να αποφασίσει τι θα γίνει με το νεκρό σώμα «του».
Πιστεύω ότι και οι δυο απόψεις είναι στη βάση τους αντιφιλελεύθερες. Αυτό είναι προφανές με την άποψη του κυβερνώντος κόμματος που όπως σωστά εκτιμήθηκε στην ουσία «κρατικοποιεί» το πτώμα. Όμως είναι λιγότερο προφανές με την άποψη της Δημ.Συμ. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να θεωρηθεί αντιφιλελεύθερη μια άποψη που δίνει στο άτομο το δικαίωμα να αποφασίσει τι θα γίνει με το σώμα «του» μετά τον θάνατο του;
Ας αποκαλέσουμε τον ζωντανό Γιώργο « Γ1» και τον πεθαμένο Γιώργο «Γ2». Σύμφωνα με την λεγόμενη «φιλελεύθερη» άποψη ο Γ1 έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να αποφασίσει για το τι μέλλει γενέσθαι με τον Γ2. Ερώτημα: Γιατί; Τι το κοινό έχει ο Γ1 έχει με τον Γ2 και που θεμελιώνεται το δικαίωμα της κυριότητας του πρώτου επί του δεύτερου;
Ο Γ1 και ο Γ2 είναι δυο εντελώς διαφορετικά όντα που δεν έχουν τίποτα κοινό. Ο Γ2 δεν ψηφίζει, δεν κάνει σεξ, δεν παίζει τένις,δεν έχει συνείδηση, μνήμη κλπ-γενικώς δεν έχει απολύτως κανένα κοινό χαρακτηριστικό με τον Γ1.Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική οντότητα. Με ποιό λοιπόν δικαίωμα ο Γ1 θα αποφασίσει για το τι μέλλει γενέσθαι με τον Γ2;
Περισσότερα
Protagon.gr
15 Απριλίου 2011
Στην πρόσφατη συζήτηση για την δωρεά οργάνων με αφορμή την παρουσίαση του σχετικού νομοσχεδίου εκφράσθηκαν δυο εκ πρώτης όψεως διαμετρικά αντίθετα απόψεις. Η μια η σοσιαλιστική (του π.χ. ΠΑΣΟΚ) δίνει την κυριότητα του νεκρού σώματος (και συνεπώς των οργάνων του) εν μέρει στο κράτος. Η άλλη η φιλελεύθερη (που εξέφρασε π.χ. η Δημοκρατική Συμμαχία) αντιστέκεται στην όπως την αποκαλεί «κρατικοποίηση» του σώματος και προτείνει ότι μόνο το ζων άτομο έχει το δικαίωμα να αποφασίσει τι θα γίνει με το νεκρό σώμα «του».
Πιστεύω ότι και οι δυο απόψεις είναι στη βάση τους αντιφιλελεύθερες. Αυτό είναι προφανές με την άποψη του κυβερνώντος κόμματος που όπως σωστά εκτιμήθηκε στην ουσία «κρατικοποιεί» το πτώμα. Όμως είναι λιγότερο προφανές με την άποψη της Δημ.Συμ. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να θεωρηθεί αντιφιλελεύθερη μια άποψη που δίνει στο άτομο το δικαίωμα να αποφασίσει τι θα γίνει με το σώμα «του» μετά τον θάνατο του;
Ας αποκαλέσουμε τον ζωντανό Γιώργο « Γ1» και τον πεθαμένο Γιώργο «Γ2». Σύμφωνα με την λεγόμενη «φιλελεύθερη» άποψη ο Γ1 έχει το αποκλειστικό δικαίωμα να αποφασίσει για το τι μέλλει γενέσθαι με τον Γ2. Ερώτημα: Γιατί; Τι το κοινό έχει ο Γ1 έχει με τον Γ2 και που θεμελιώνεται το δικαίωμα της κυριότητας του πρώτου επί του δεύτερου;
Ο Γ1 και ο Γ2 είναι δυο εντελώς διαφορετικά όντα που δεν έχουν τίποτα κοινό. Ο Γ2 δεν ψηφίζει, δεν κάνει σεξ, δεν παίζει τένις,δεν έχει συνείδηση, μνήμη κλπ-γενικώς δεν έχει απολύτως κανένα κοινό χαρακτηριστικό με τον Γ1.Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική οντότητα. Με ποιό λοιπόν δικαίωμα ο Γ1 θα αποφασίσει για το τι μέλλει γενέσθαι με τον Γ2;
Περισσότερα
The Court of Literature
by Eric A. Posner
New Republic
April 14, 2011
The law plays an unacknowledged role in much of Shakespeare’s work. Trials—real trials, quasi-trials, mock trials—recur. In many plays, characters refer to contemporary laws and legal institutions; and the plays raise larger questions about justice and the workings of the law. Lawyers, then, can help to illuminate Shakespeare’s plays, and many have done so by explaining the early modern legal background and Shakespeare’s exploitation of persistent legal puzzles for dramatic purposes.
Kenji Yoshino, a law professor at NYU, argues that Shakespeare’s plays contribute to modern debates about law and justice, and he draws crisp lessons from twelve of those plays. He argues that Titus Andronicus teaches us that in a world devoid of the rule of law, individuals protect their interests by taking revenge against those who violate them—and that revenge begets revenge in a cycle of retribution that spins out of control and throws society into chaos. Portia’s character in The Merchant of Venice illustrates the hazards of legal rhetoric: lawyers can manipulate law for private ends, subverting justice and social order. Measure for Measure proves that legal decisionmakers should avoid the two extremes of rigid legalism and excessive mercy, and strive to take a path down the middle. Othello illustrates the hazards of legal fact-finding; the four Henry plays the fallibility and the trickery of sovereigns; and Macbeth the fallacy of natural justice—the view that justice will prevail even without human intervention. Hamlet warns that intellectuals make bad rulers because their idealism interferes with the pragmatics of governance. King Lear teaches us of “the unavoidable injustice of death.” The Tempest argues that great leaders voluntarily relinquish power.
The quality of Yoshino’s readings varies considerably. In general, he does better at the retail level—teasing out the meanings of complex passages—than at spinning out overall readings that are both original and persuasive. Scholars have long noted that anxiety about the absence of the rule of law animates revenge tragedies such as Titus Andronicus, and the legal themes in Measure for Measure have fascinated lawyers for decades. Some of Yoshino’s other readings display more originality but they often seem strained. It is true that Hamlet is an intellectual and that he temporizes before killing Claudius, but he does not resemble the utopians to whom Yoshino likens him—he does not, for example, harbor any particular vision for Denmark that he hopes to implement come what may. More successfully, Yoshino argues that Othello illustrates the value of legal processes by contrasting the impartial deliberations of a jury-like council of Venetian nobles, which acquits Othello of the charge of witchcraft, and the wild accusations of Othello himself, who falsely convicts Desdemona of adultery.
More
New Republic
April 14, 2011
The law plays an unacknowledged role in much of Shakespeare’s work. Trials—real trials, quasi-trials, mock trials—recur. In many plays, characters refer to contemporary laws and legal institutions; and the plays raise larger questions about justice and the workings of the law. Lawyers, then, can help to illuminate Shakespeare’s plays, and many have done so by explaining the early modern legal background and Shakespeare’s exploitation of persistent legal puzzles for dramatic purposes.
Kenji Yoshino, a law professor at NYU, argues that Shakespeare’s plays contribute to modern debates about law and justice, and he draws crisp lessons from twelve of those plays. He argues that Titus Andronicus teaches us that in a world devoid of the rule of law, individuals protect their interests by taking revenge against those who violate them—and that revenge begets revenge in a cycle of retribution that spins out of control and throws society into chaos. Portia’s character in The Merchant of Venice illustrates the hazards of legal rhetoric: lawyers can manipulate law for private ends, subverting justice and social order. Measure for Measure proves that legal decisionmakers should avoid the two extremes of rigid legalism and excessive mercy, and strive to take a path down the middle. Othello illustrates the hazards of legal fact-finding; the four Henry plays the fallibility and the trickery of sovereigns; and Macbeth the fallacy of natural justice—the view that justice will prevail even without human intervention. Hamlet warns that intellectuals make bad rulers because their idealism interferes with the pragmatics of governance. King Lear teaches us of “the unavoidable injustice of death.” The Tempest argues that great leaders voluntarily relinquish power.
The quality of Yoshino’s readings varies considerably. In general, he does better at the retail level—teasing out the meanings of complex passages—than at spinning out overall readings that are both original and persuasive. Scholars have long noted that anxiety about the absence of the rule of law animates revenge tragedies such as Titus Andronicus, and the legal themes in Measure for Measure have fascinated lawyers for decades. Some of Yoshino’s other readings display more originality but they often seem strained. It is true that Hamlet is an intellectual and that he temporizes before killing Claudius, but he does not resemble the utopians to whom Yoshino likens him—he does not, for example, harbor any particular vision for Denmark that he hopes to implement come what may. More successfully, Yoshino argues that Othello illustrates the value of legal processes by contrasting the impartial deliberations of a jury-like council of Venetian nobles, which acquits Othello of the charge of witchcraft, and the wild accusations of Othello himself, who falsely convicts Desdemona of adultery.
More
Thursday, April 14, 2011
Νόμος ή ψήφος;
του Γιάννη Πρετεντέρη
Τα Νέα
14 Απριλίου 2011
Η δικαστική καταδίκη και η ενδεχόµενη έκπτωση του Ψωµιάδη θέτουν ένα ενδιαφέρον ερώτηµα. Τι πρέπει τελικά να υπερισχύει στη δηµοκρατία; Ο νόµος ή η ψήφος;
Με άλλα λόγια, έχουν δικαίωµα οι πολίτες της Κεντρικής Μακεδονίας να χαίρονται τον περιφερειάρχη που εξέλεξαν ανεξαρτήτως των δικαστικών αποφάσεων που τον βαραίνουν ή έχει δικαίωµα µια δικαστική απόφαση να ακυρώσει την επιλογή τους; Το κακό είναι ότι αυτό το ενδιαφέρον ερώτηµα έχει απαντηθεί προ πολλού και τελεσίδικα. Κι ούτε νοµίζω ότι υπάρχουν πολλοί σοβαροί άνθρωποι που θα διαφωνήσουν: της ψήφου προφανώς υπερισχύει ο νόµος. ∆ιότι, κατ' αρχήν και εκτός όλων των άλλων, η ψήφος εκφράζεται µόνο µέσα στα πλαίσια του νόµου. Αυτό ισχύει σε όλες τις πολιτισµένες δηµοκρατίες, γι' αυτό άλλωστε και αιρετοί πολιτικοί συµβαίνει παντού να διώκονται, να καταδικάζονται και, φυσικά, να εκπίπτουν από τα αξιώµατα στα οποία έχουν εκλεγεί.
Περισσότερα
Τα Νέα
14 Απριλίου 2011
Η δικαστική καταδίκη και η ενδεχόµενη έκπτωση του Ψωµιάδη θέτουν ένα ενδιαφέρον ερώτηµα. Τι πρέπει τελικά να υπερισχύει στη δηµοκρατία; Ο νόµος ή η ψήφος;
Με άλλα λόγια, έχουν δικαίωµα οι πολίτες της Κεντρικής Μακεδονίας να χαίρονται τον περιφερειάρχη που εξέλεξαν ανεξαρτήτως των δικαστικών αποφάσεων που τον βαραίνουν ή έχει δικαίωµα µια δικαστική απόφαση να ακυρώσει την επιλογή τους; Το κακό είναι ότι αυτό το ενδιαφέρον ερώτηµα έχει απαντηθεί προ πολλού και τελεσίδικα. Κι ούτε νοµίζω ότι υπάρχουν πολλοί σοβαροί άνθρωποι που θα διαφωνήσουν: της ψήφου προφανώς υπερισχύει ο νόµος. ∆ιότι, κατ' αρχήν και εκτός όλων των άλλων, η ψήφος εκφράζεται µόνο µέσα στα πλαίσια του νόµου. Αυτό ισχύει σε όλες τις πολιτισµένες δηµοκρατίες, γι' αυτό άλλωστε και αιρετοί πολιτικοί συµβαίνει παντού να διώκονται, να καταδικάζονται και, φυσικά, να εκπίπτουν από τα αξιώµατα στα οποία έχουν εκλεγεί.
Περισσότερα
Thursday, April 7, 2011
Η σιωπή δεν συνιστά συναίνεση
της Βάσως Κιντή
Το Βήμα
7 Απριλίου 2011
Το προσχέδιο νόμου που παρουσίασε η κυβέρνηση σχετικά με τη δωρεά και τη μεταμόσχευση οργάνων, και το οποίο προβλέπει ότι όλοι οι πολίτες είναι δυνάμει δότες, εκτός εάν έχουν ρητώς εκφράσει τη βούλησή τους ότι δεν επιθυμούν να χρησιμοποιηθούν τα όργανά τους για μεταμόσχευση, προσπαθεί να αντιμετωπίσει την αυξημένη ζήτηση μοσχευμάτων. (Ένας άλλος τρόπος που έχει υιοθετηθεί στο παρελθόν και ο οποίος προτείνεται από ορισμένους και για το μέλλον είναι να αλλάξει ο ορισμός του θανάτου και να μετατεθεί π.χ. νωρίτερα ώστε να μεγαλώσει ο αριθμός των δυνάμει δοτών.)
Η ρύθμιση της κυβέρνησης προϋποθέτει τη λεγόμενη εικαζόμενη συναίνεση των δυνάμει δοτών. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτεία υποθέτει ότι οι πολίτες επιθυμούν να είναι δότες αλλά, για συγκυριακούς λόγους, παρέλειψαν να το δηλώσουν. Εικάζει, επομένως, ότι η σιωπή τους συνιστά έκφραση της συναίνεσής τους. Με ποια έννοια όμως μπορεί να εκλαμβάνεται η σιωπή ως συναίνεση ειδικά μάλιστα όταν στη μη εικαζόμενη αλλά πραγματική συναίνεση απαιτούμε τεκμήρια που να δείχνουν ότι η συναίνεση δίδεται ελεύθερα και μετά την κατάλληλη ενημέρωση; Επιπλέον, πώς τεκμαίρεται ότι οι πολίτες θα ήθελαν πράγματι να είναι δότες ώστε να εικάζεται η συναίνεσή τους;
Συνήθως γίνεται αναφορά σε έρευνες γνώμης όπου οι πολίτες εκφράζονται θετικά γενικά για τη μεταμόσχευση οργάνων. Ωστόσο αυτή η αφηρημένη επιδοκιμασία δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκην ότι επιθυμούν να γίνουν και οι ίδιοι δότες οργάνων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ τα ποσοστά όσων διάκεινται θετικά προς τις μεταμοσχεύσεις οργάνων είναι πολύ υψηλά, πολύ λίγοι καταγράφουν τη βούλησή τους να γίνουν οι ίδιοι δωρητές σώματος. Εχουν μάλιστα παρατηρηθεί σημαντικές διαφορές ανάμεσα στο ποσοστό που δηλώνει στις έρευνες ότι είναι οι ίδιοι δότες και στα επίσημα στοιχεία. Αυτό δεν οφείλεται σε λάθος ή αμέλεια. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος έχει ακόμη, για διάφορους λόγους, δικαιολογημένους ή όχι, πολλούς δισταγμούς να δωρίσει τα όργανά του ενώ αναγνωρίζει την ευρύτερη σημασία μιας τέτοιας δωρεάς. Αλλωστε, αυτή η ερμηνεία είναι και ο λόγος που, κατά τη γνώμη μου, αντιστρέφεται η ως τώρα πρακτική.
Περισσότερα
Το Βήμα
7 Απριλίου 2011
Το προσχέδιο νόμου που παρουσίασε η κυβέρνηση σχετικά με τη δωρεά και τη μεταμόσχευση οργάνων, και το οποίο προβλέπει ότι όλοι οι πολίτες είναι δυνάμει δότες, εκτός εάν έχουν ρητώς εκφράσει τη βούλησή τους ότι δεν επιθυμούν να χρησιμοποιηθούν τα όργανά τους για μεταμόσχευση, προσπαθεί να αντιμετωπίσει την αυξημένη ζήτηση μοσχευμάτων. (Ένας άλλος τρόπος που έχει υιοθετηθεί στο παρελθόν και ο οποίος προτείνεται από ορισμένους και για το μέλλον είναι να αλλάξει ο ορισμός του θανάτου και να μετατεθεί π.χ. νωρίτερα ώστε να μεγαλώσει ο αριθμός των δυνάμει δοτών.)
Η ρύθμιση της κυβέρνησης προϋποθέτει τη λεγόμενη εικαζόμενη συναίνεση των δυνάμει δοτών. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτεία υποθέτει ότι οι πολίτες επιθυμούν να είναι δότες αλλά, για συγκυριακούς λόγους, παρέλειψαν να το δηλώσουν. Εικάζει, επομένως, ότι η σιωπή τους συνιστά έκφραση της συναίνεσής τους. Με ποια έννοια όμως μπορεί να εκλαμβάνεται η σιωπή ως συναίνεση ειδικά μάλιστα όταν στη μη εικαζόμενη αλλά πραγματική συναίνεση απαιτούμε τεκμήρια που να δείχνουν ότι η συναίνεση δίδεται ελεύθερα και μετά την κατάλληλη ενημέρωση; Επιπλέον, πώς τεκμαίρεται ότι οι πολίτες θα ήθελαν πράγματι να είναι δότες ώστε να εικάζεται η συναίνεσή τους;
Συνήθως γίνεται αναφορά σε έρευνες γνώμης όπου οι πολίτες εκφράζονται θετικά γενικά για τη μεταμόσχευση οργάνων. Ωστόσο αυτή η αφηρημένη επιδοκιμασία δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκην ότι επιθυμούν να γίνουν και οι ίδιοι δότες οργάνων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ τα ποσοστά όσων διάκεινται θετικά προς τις μεταμοσχεύσεις οργάνων είναι πολύ υψηλά, πολύ λίγοι καταγράφουν τη βούλησή τους να γίνουν οι ίδιοι δωρητές σώματος. Εχουν μάλιστα παρατηρηθεί σημαντικές διαφορές ανάμεσα στο ποσοστό που δηλώνει στις έρευνες ότι είναι οι ίδιοι δότες και στα επίσημα στοιχεία. Αυτό δεν οφείλεται σε λάθος ή αμέλεια. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος έχει ακόμη, για διάφορους λόγους, δικαιολογημένους ή όχι, πολλούς δισταγμούς να δωρίσει τα όργανά του ενώ αναγνωρίζει την ευρύτερη σημασία μιας τέτοιας δωρεάς. Αλλωστε, αυτή η ερμηνεία είναι και ο λόγος που, κατά τη γνώμη μου, αντιστρέφεται η ως τώρα πρακτική.
Περισσότερα
Εικασία χωρίς ηθική βάση
του Μητροπολίτη Μεσογαίας και Λαυρεωτικής Νικόλαου
Το Βήμα
7 Απριλίου 2011
Oι μεταμοσχεύσεις αποτελούν μοναδικό επίτευγμα της σύγχρονης ιατρικής τεχνολογίας. Χάρις σε αυτές, σήμερα περισσότεροι από ένα εκατομμύριο συνάνθρωποί μας, άλλως καταδικασμένοι σε θάνατο, ζουν μια μακράς διάρκειας και υψηλής ποιότητας ζωή, που μάλιστα τη δανείζονται από άλλους. Οργανα που δεν μπορούν να συντηρήσουν στη ζωή κάποιους, μπορούν να δώσουν ζωή σε τρίτους. Αρκεί να βρεθεί ο δωρητής. Η επιτυχία τους πλέον στηρίζεται όχι τόσο στη χειρουργική τεχνική όσο στην ύπαρξη μοσχευμάτων. Δυστυχώς το έλλειμμα αυτών των τελευταίων είναι συχνά πιεστικό και το τίμημά του καθοριστικό για το αν κάποιοι θα συνεχίσουν να ζουν ή όχι.
Ως τώρα οι μεταμοσχεύσεις στηρίχτηκαν στην ιδέα της δωρεάς οργάνων. Αυτή παρουσιάστηκε ως πράξη ύψιστης εθελοντικής προσφοράς και συναλληλίας. Και πράγματι έτσι είναι. Επειδή όμως είτε η συναλληλία μας είναι περιορισμένη είτε άλλες αδυναμίες του συστήματος και της ζωής μας είναι αυξημένες, η χώρα μας είναι πολύ φτωχή σε δωρητές και συνεπώς σε δότες.
Αυτός είναι ο λόγος που κάποιοι, προφανώς μη σχετικοί με τις λεπτομέρειες των μεταμοσχεύσεων, σκέφτηκαν να επινοήσουν μια συναίνεση που εικάζεται, μεταμορφώνοντας την αγάπη σε χρησιμοθηρία και τον δωρητή σε δεξαμενή οργάνων.
Περισσότερα
Το Βήμα
7 Απριλίου 2011
Oι μεταμοσχεύσεις αποτελούν μοναδικό επίτευγμα της σύγχρονης ιατρικής τεχνολογίας. Χάρις σε αυτές, σήμερα περισσότεροι από ένα εκατομμύριο συνάνθρωποί μας, άλλως καταδικασμένοι σε θάνατο, ζουν μια μακράς διάρκειας και υψηλής ποιότητας ζωή, που μάλιστα τη δανείζονται από άλλους. Οργανα που δεν μπορούν να συντηρήσουν στη ζωή κάποιους, μπορούν να δώσουν ζωή σε τρίτους. Αρκεί να βρεθεί ο δωρητής. Η επιτυχία τους πλέον στηρίζεται όχι τόσο στη χειρουργική τεχνική όσο στην ύπαρξη μοσχευμάτων. Δυστυχώς το έλλειμμα αυτών των τελευταίων είναι συχνά πιεστικό και το τίμημά του καθοριστικό για το αν κάποιοι θα συνεχίσουν να ζουν ή όχι.
Ως τώρα οι μεταμοσχεύσεις στηρίχτηκαν στην ιδέα της δωρεάς οργάνων. Αυτή παρουσιάστηκε ως πράξη ύψιστης εθελοντικής προσφοράς και συναλληλίας. Και πράγματι έτσι είναι. Επειδή όμως είτε η συναλληλία μας είναι περιορισμένη είτε άλλες αδυναμίες του συστήματος και της ζωής μας είναι αυξημένες, η χώρα μας είναι πολύ φτωχή σε δωρητές και συνεπώς σε δότες.
Αυτός είναι ο λόγος που κάποιοι, προφανώς μη σχετικοί με τις λεπτομέρειες των μεταμοσχεύσεων, σκέφτηκαν να επινοήσουν μια συναίνεση που εικάζεται, μεταμορφώνοντας την αγάπη σε χρησιμοθηρία και τον δωρητή σε δεξαμενή οργάνων.
Περισσότερα
Saturday, April 2, 2011
Η σωτήρια αντιστροφή...
του Πάσχου Μανδραβέλη
Καθημερινή
2 Απριλίου 2011
H αλήθεια είναι ότι μόλις πεθάνουμε δεν έχουμε καμιά κυριότητα στο σώμα μας. Οχι νομικά, αλλά πρακτικά. Κάποιοι άλλοι αποφασίζουν, αφού δεν υπάρχει η δυνατότητα να μάς ρωτήσουν. Και μάς θάβουν. Ετσι κι αλλιώς αι βουλαί των νεκρών δεν είναι απλώς άγνωστοι· δεν υπάρχουν. Μόνο οι ζωντανοί μπορούν να ορίσουν τι θα γίνει το σώμα τους μετά τον θάνατό τους. Κι αν θέλουν κάτι εναλλακτικό από τα παραδοσιακά -κηδεία και ταφή- θα πρέπει να το δηλώσουν. Αν θέλουν να γίνουν δωρητές οργάνων πρέπει να απευθυνθούν στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων.
Η δήλωση έχει κάποιο κόστος χρόνου, το οποίο υφίστανται μόνον όσοι θέλουν να ξεφύγουν από τον παραδοσιακό κανόνα, τον οποίο κάποιοι άλλοι έφτιαξαν. Αν κάποιος θέλει να γίνει δωρητής οργάνων πρέπει να υποστεί και την γραφειοκρατία που ενέχει αυτή η διαδικασία. Γι' αυτό πολλές φορές δεν το κάνει ή το «αφήνει για αργότερα»· τόσο «αργότερα» μέχρι που μετά το τέλος η παράδοση αποφασίζει την τύχη του σώματός του.
Γι' αυτό τον λόγο, πολλές ευρωπαϊκές χώρες (και τώρα η Ελλάδα) αποφάσισαν να μεταθέσουν αυτό το κόστος χρόνου και σχετικής γραφειοκρατίας από εκείνους που θέλουν να προσφέρουν σε εκείνους που θέλουν απλώς να θαφτούν. Οι σχετικές νομοθεσίες θεωρούν ότι όλοι οι άνθρωποι είναι δότες οργάνων, εκτός αν δηλώσουν το αντίθετο. Αντί να εικάζουν, δηλαδή, ότι κάποιος δεν θα ήθελε εν ζωή να γίνει δωρητής οργάνων μετά θάνατον, εικάζουν το ακριβώς αντίθετο. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε μία εξίσου αστήρικτη, αλλά ταυτοχρόνως εξίσου θεμιτή εικασία. Αλλά από την άλλη έχουμε μια μεγαλοφυή και σωτήρια για χιλιάδες ζωντανούς αντιστροφή. Η ελευθερία βούλησης του ατόμου δεν επηρεάζεται κατ' ελάχιστον· όλοι οι ζωντανοί έχουν την επιλογή τι θα κάνουν το σώμα τους μετά θάνατον. Απλώς ο νόμος δεν εγκολπώνεται την παράδοση, προσπαθεί να ικανοποιήσει τις σύγχρονες ανάγκες.
Περισσότερα
Καθημερινή
2 Απριλίου 2011
H αλήθεια είναι ότι μόλις πεθάνουμε δεν έχουμε καμιά κυριότητα στο σώμα μας. Οχι νομικά, αλλά πρακτικά. Κάποιοι άλλοι αποφασίζουν, αφού δεν υπάρχει η δυνατότητα να μάς ρωτήσουν. Και μάς θάβουν. Ετσι κι αλλιώς αι βουλαί των νεκρών δεν είναι απλώς άγνωστοι· δεν υπάρχουν. Μόνο οι ζωντανοί μπορούν να ορίσουν τι θα γίνει το σώμα τους μετά τον θάνατό τους. Κι αν θέλουν κάτι εναλλακτικό από τα παραδοσιακά -κηδεία και ταφή- θα πρέπει να το δηλώσουν. Αν θέλουν να γίνουν δωρητές οργάνων πρέπει να απευθυνθούν στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων.
Η δήλωση έχει κάποιο κόστος χρόνου, το οποίο υφίστανται μόνον όσοι θέλουν να ξεφύγουν από τον παραδοσιακό κανόνα, τον οποίο κάποιοι άλλοι έφτιαξαν. Αν κάποιος θέλει να γίνει δωρητής οργάνων πρέπει να υποστεί και την γραφειοκρατία που ενέχει αυτή η διαδικασία. Γι' αυτό πολλές φορές δεν το κάνει ή το «αφήνει για αργότερα»· τόσο «αργότερα» μέχρι που μετά το τέλος η παράδοση αποφασίζει την τύχη του σώματός του.
Γι' αυτό τον λόγο, πολλές ευρωπαϊκές χώρες (και τώρα η Ελλάδα) αποφάσισαν να μεταθέσουν αυτό το κόστος χρόνου και σχετικής γραφειοκρατίας από εκείνους που θέλουν να προσφέρουν σε εκείνους που θέλουν απλώς να θαφτούν. Οι σχετικές νομοθεσίες θεωρούν ότι όλοι οι άνθρωποι είναι δότες οργάνων, εκτός αν δηλώσουν το αντίθετο. Αντί να εικάζουν, δηλαδή, ότι κάποιος δεν θα ήθελε εν ζωή να γίνει δωρητής οργάνων μετά θάνατον, εικάζουν το ακριβώς αντίθετο. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε μία εξίσου αστήρικτη, αλλά ταυτοχρόνως εξίσου θεμιτή εικασία. Αλλά από την άλλη έχουμε μια μεγαλοφυή και σωτήρια για χιλιάδες ζωντανούς αντιστροφή. Η ελευθερία βούλησης του ατόμου δεν επηρεάζεται κατ' ελάχιστον· όλοι οι ζωντανοί έχουν την επιλογή τι θα κάνουν το σώμα τους μετά θάνατον. Απλώς ο νόμος δεν εγκολπώνεται την παράδοση, προσπαθεί να ικανοποιήσει τις σύγχρονες ανάγκες.
Περισσότερα
Friday, April 1, 2011
Νεκρός ατομικισμός
της Λίνας Παπαδοπούλου
Έθνος
1 Απριλίου 2011
Σύμφωνα με προσχέδιο νόμου περί δωρεάς και μεταμόσχευσης οργάνων που δόθηκε προχθές στη δημοσιότητα και σε αντίθεση με την ισχύουσα σήμερα ρύθμιση, που προϋποθέτει γραπτή δήλωση της σχετικής βούλησης του δωρητή, δότες οργάνων μετά θάνατον θα τεκμαίρεται πως είναι όλοι, εκτός όσων έχουν ρητά δηλώσει το αντίθετο στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Πρόκειται για την άλλη όψη της απαγόρευσης δωρεάς οργάνων εν ζωή, με την εξαίρεση εκείνης προς συγγενικά ή πολύ αγαπημένα πρόσωπα. Στόχος των δύο ρυθμίσεων είναι προφανώς η αύξηση των διαθέσιμων μοσχευμάτων αφενός, δεδομένης της μειωμένης στην Ελλάδα εθελοντικής προσφοράς τους, και για λόγους αδράνειας και αδιαφορίας, αλλά και η καταπολέμηση της εμπορίας οργάνων λόγω ακριβώς της ελλιπούς διαθεσιμότητάς τους.
Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο το μοντέλο αυτό της εικαζόμενης συναίνεσης ανταποκρίνεται μεν στην αυξημένη ζήτηση μοσχευμάτων, παραβιάζει όμως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του νεκρού. Το επιχείρημα εντάσσεται στο πνεύμα ενός διαδικαστικού φιλελευθερισμού και ενός απόλυτου ατομικισμού, στη βάση των οποίων βρίσκεται η πεποίθηση πως το άτομο έχει το απόλυτο δικαίωμα να διαφεντεύει το σώμα του όχι μόνο εν ζωή -αυτό δεν αμφισβητείται- αλλά και μετά θάνατον.
Το επιχείρημα είναι αβάσιμο για πολλούς λόγους: καταρχάς, ο αυτοκαθορισμός δεν ανατρέπεται, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα αυτοεξαίρεσης. Το αντεπιχείρημα ότι η τελευταία θα επισύρει το κοινωνικό στίγμα προϋποθέτει αφενός τη δημοσιοποίηση, που δεν είναι αυτονόητη, αφετέρου την αναγνώριση της κοινωνικής αξίας της δωρεάς, και άρα την παιδαγωγική λειτουργία του νόμου που κάθε άλλο παρά ως αρνητική μπορεί να κριθεί.
Περισσότερα
Έθνος
1 Απριλίου 2011
Σύμφωνα με προσχέδιο νόμου περί δωρεάς και μεταμόσχευσης οργάνων που δόθηκε προχθές στη δημοσιότητα και σε αντίθεση με την ισχύουσα σήμερα ρύθμιση, που προϋποθέτει γραπτή δήλωση της σχετικής βούλησης του δωρητή, δότες οργάνων μετά θάνατον θα τεκμαίρεται πως είναι όλοι, εκτός όσων έχουν ρητά δηλώσει το αντίθετο στον Εθνικό Οργανισμό Μεταμοσχεύσεων (ΕΟΜ). Πρόκειται για την άλλη όψη της απαγόρευσης δωρεάς οργάνων εν ζωή, με την εξαίρεση εκείνης προς συγγενικά ή πολύ αγαπημένα πρόσωπα. Στόχος των δύο ρυθμίσεων είναι προφανώς η αύξηση των διαθέσιμων μοσχευμάτων αφενός, δεδομένης της μειωμένης στην Ελλάδα εθελοντικής προσφοράς τους, και για λόγους αδράνειας και αδιαφορίας, αλλά και η καταπολέμηση της εμπορίας οργάνων λόγω ακριβώς της ελλιπούς διαθεσιμότητάς τους.
Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο το μοντέλο αυτό της εικαζόμενης συναίνεσης ανταποκρίνεται μεν στην αυξημένη ζήτηση μοσχευμάτων, παραβιάζει όμως το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του νεκρού. Το επιχείρημα εντάσσεται στο πνεύμα ενός διαδικαστικού φιλελευθερισμού και ενός απόλυτου ατομικισμού, στη βάση των οποίων βρίσκεται η πεποίθηση πως το άτομο έχει το απόλυτο δικαίωμα να διαφεντεύει το σώμα του όχι μόνο εν ζωή -αυτό δεν αμφισβητείται- αλλά και μετά θάνατον.
Το επιχείρημα είναι αβάσιμο για πολλούς λόγους: καταρχάς, ο αυτοκαθορισμός δεν ανατρέπεται, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα αυτοεξαίρεσης. Το αντεπιχείρημα ότι η τελευταία θα επισύρει το κοινωνικό στίγμα προϋποθέτει αφενός τη δημοσιοποίηση, που δεν είναι αυτονόητη, αφετέρου την αναγνώριση της κοινωνικής αξίας της δωρεάς, και άρα την παιδαγωγική λειτουργία του νόμου που κάθε άλλο παρά ως αρνητική μπορεί να κριθεί.
Περισσότερα
Thursday, March 24, 2011
Necessary and Sufficient
by William Galston
New Republic
March 24, 2011
Writing in 1977 on the topic of humanitarian interventions, a noted political philosopher had this to say:
Returning to this topic in 1999, he observed that “the greatest danger most people face in the world today comes from their own states, and the chief dilemma of international politics is whether people in danger should be rescued by military forces from the outside.” The problem, he argued, is not that individual states are prone to engage in such interventions, but the reverse: There have been “a lot of unjustified refusals to intervene.” It is, he said, “more this neglect of intervention [by individual nations] than any resort to it that leads people to look for a better, more reliable, form of agency.” And he offered a number of reasons why humanitarian interventions conducted under U.N. auspices might well meet this standard.
I agree with this distinguished scholar, who is (as you may have guessed) Michael Walzer. And that is why I disagree with his recent critique for TNR of our intervention in Libya.
More
New Republic
March 24, 2011
Writing in 1977 on the topic of humanitarian interventions, a noted political philosopher had this to say:
[W]hen a government turns savagely upon its own people, we must doubt the very existence of a political community to which the principle of self-determination might apply. ... When a people are being massacred, we don’t require that they pass the test of self-help before coming to their aid. It is their very incapacity that draws us in. ... Any state capable of stopping the slaughter has the right, at least, to try to do so.
Returning to this topic in 1999, he observed that “the greatest danger most people face in the world today comes from their own states, and the chief dilemma of international politics is whether people in danger should be rescued by military forces from the outside.” The problem, he argued, is not that individual states are prone to engage in such interventions, but the reverse: There have been “a lot of unjustified refusals to intervene.” It is, he said, “more this neglect of intervention [by individual nations] than any resort to it that leads people to look for a better, more reliable, form of agency.” And he offered a number of reasons why humanitarian interventions conducted under U.N. auspices might well meet this standard.
I agree with this distinguished scholar, who is (as you may have guessed) Michael Walzer. And that is why I disagree with his recent critique for TNR of our intervention in Libya.
More
Sunday, March 20, 2011
The Case Against Our Attack on Libya
by Michael Walzer
New Republic
March 20, 2011
There are so many things wrong with the Libyan intervention that it is hard to know where to begin. So, a few big things, in no particular order:
First, it is radically unclear what the purpose of the intervention is—there is no endgame, as a U.S. official told reporters. Is the goal to rescue a failed rebellion, turn things around, use Western armies to do what the rebels couldn’t do themselves: overthrow Qaddafi? Or is it just to keep the fighting going for as long as possible, in the hope that the rebellion will catch fire, and Libyans will get rid of the Qaddafi regime by themselves? Or is it just to achieve a cease-fire, which would leave Qaddafi in control of most of the country and probably more than willing to bide his time? The size of the opening attack points toward the first of these, but success there would probably require soldiers on the ground, which no one in France, Britain, or the United States really wants. The second is the most likely goal, though it would extend, not stop, the bloodshed.
More
New Republic
March 20, 2011
There are so many things wrong with the Libyan intervention that it is hard to know where to begin. So, a few big things, in no particular order:
First, it is radically unclear what the purpose of the intervention is—there is no endgame, as a U.S. official told reporters. Is the goal to rescue a failed rebellion, turn things around, use Western armies to do what the rebels couldn’t do themselves: overthrow Qaddafi? Or is it just to keep the fighting going for as long as possible, in the hope that the rebellion will catch fire, and Libyans will get rid of the Qaddafi regime by themselves? Or is it just to achieve a cease-fire, which would leave Qaddafi in control of most of the country and probably more than willing to bide his time? The size of the opening attack points toward the first of these, but success there would probably require soldiers on the ground, which no one in France, Britain, or the United States really wants. The second is the most likely goal, though it would extend, not stop, the bloodshed.
More
Sunday, March 13, 2011
Να επέμβει στρατιωτικά η Δύση στη Λιβύη;
του Κωνσταντίνου Παπαγεωργίου
Το Βήμα
13 Μαρτίου 2011
Η Ρουάντα, η Βοσνία, το Κόσοβο και κατά έναν άτυπο τρόπο το Ιράκ συνέβαλαν τις τελευταίες δεκαετίες στην αναθεώρηση του τρόπου ανάγνωσης, αν όχι του ίδιου του διεθνούς δικαίου, τουλάχιστον των αντιλήψεών μας ως προς τα όρια της κυριαρχίας και την ηθική και πολιτική νομιμοποίηση των επεμβάσεων. Αυτό δεν έγινε τυχαία, ούτε ξαφνικά.
Η συζήτηση είναι παλιά και ήδη τον 19ο αιώνα ο Τζον Στιούαρτ Μιλ αναστοχάζεται σε ένα μικρότερο κείμενό του (1859) πάνω στις προϋποθέσεις κάποιων «εξαιρέσεων» στην παραδεδομένη αρχή της μη επέμβασης που αφορά εθνοαπελευθερωτικές επαναστάσεις (Ουγγαρία, Ελλάδα κ.λπ.) στους κόλπους των παρακμαζουσών αυτοκρατοριών της εποχής.
Ο Μιλ ως φιλόσοφος της αυτονομίας πιστεύει ότι όχι μόνο τα άτομα αλλά και οι λαοί οφείλουν να κατακτήσουν την κυριαρχία τους μέσα από τον επώδυνο καμιά φορά δρόμο της εξελικτικής αυτοσυνειδησίας, άρα αναγκαστικά μέσα από την εμπειρία της αντιπαράθεσης με έναν υποδεέστερο, ατομικό ή συλλογικό, εαυτό.
Ο Μιλ δέχεται ότι η αρχή της μη επέμβασης κάμπτεται όταν οι περιστάσεις δεν υποστηρίζουν το σκεπτικό της, όταν φέρ΄ ειπείν η επέμβαση πρέπει να γίνει για την εξουδετέρωση μιας άλλης επέμβασης ή όταν η (εμφύλια) σύγκρουση είναι τόσο παρατεταμένη και οδυνηρή ώστε να είναι αδύνατη η ηθική αυτογνωσία που θα οδηγήσει σε μια αυτονόμηση. Εκ πρώτης όψεως ο Μιλ έχει δίκιο. Η πιο στέρεα ελευθερία είναι φυσικά εκείνη που ένας άνθρωπος ή ένας λαός κατακτάει μόνος του· μια δοτή ελευθερία μπορεί να είναι σαθρή και να κάνει ακόμη μεγαλύτερο κακό.
Περισσότερα
Το Βήμα
13 Μαρτίου 2011
Η Ρουάντα, η Βοσνία, το Κόσοβο και κατά έναν άτυπο τρόπο το Ιράκ συνέβαλαν τις τελευταίες δεκαετίες στην αναθεώρηση του τρόπου ανάγνωσης, αν όχι του ίδιου του διεθνούς δικαίου, τουλάχιστον των αντιλήψεών μας ως προς τα όρια της κυριαρχίας και την ηθική και πολιτική νομιμοποίηση των επεμβάσεων. Αυτό δεν έγινε τυχαία, ούτε ξαφνικά.
Η συζήτηση είναι παλιά και ήδη τον 19ο αιώνα ο Τζον Στιούαρτ Μιλ αναστοχάζεται σε ένα μικρότερο κείμενό του (1859) πάνω στις προϋποθέσεις κάποιων «εξαιρέσεων» στην παραδεδομένη αρχή της μη επέμβασης που αφορά εθνοαπελευθερωτικές επαναστάσεις (Ουγγαρία, Ελλάδα κ.λπ.) στους κόλπους των παρακμαζουσών αυτοκρατοριών της εποχής.
Ο Μιλ ως φιλόσοφος της αυτονομίας πιστεύει ότι όχι μόνο τα άτομα αλλά και οι λαοί οφείλουν να κατακτήσουν την κυριαρχία τους μέσα από τον επώδυνο καμιά φορά δρόμο της εξελικτικής αυτοσυνειδησίας, άρα αναγκαστικά μέσα από την εμπειρία της αντιπαράθεσης με έναν υποδεέστερο, ατομικό ή συλλογικό, εαυτό.
Ο Μιλ δέχεται ότι η αρχή της μη επέμβασης κάμπτεται όταν οι περιστάσεις δεν υποστηρίζουν το σκεπτικό της, όταν φέρ΄ ειπείν η επέμβαση πρέπει να γίνει για την εξουδετέρωση μιας άλλης επέμβασης ή όταν η (εμφύλια) σύγκρουση είναι τόσο παρατεταμένη και οδυνηρή ώστε να είναι αδύνατη η ηθική αυτογνωσία που θα οδηγήσει σε μια αυτονόμηση. Εκ πρώτης όψεως ο Μιλ έχει δίκιο. Η πιο στέρεα ελευθερία είναι φυσικά εκείνη που ένας άνθρωπος ή ένας λαός κατακτάει μόνος του· μια δοτή ελευθερία μπορεί να είναι σαθρή και να κάνει ακόμη μεγαλύτερο κακό.
Περισσότερα
Η ηθική υπεράνω του συμφέροντος
της Βάσως Κιντή
Το Βήμα
13 Μαρτίου 2011
Δικαιολογείται ηθικά η ξένη ανθρωπιστική παρέμβαση σε μια χώρα; Η ίδια η αναφορά στην ηθική σε ό,τι αφορά τη διεθνή πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις δημιουργεί αμέσως επιφυλάξεις και σκεπτικισμό, αν όχι μειδιάματα και ειρωνεία. Θεωρείται δεδομένο ότι τα κράτη στη διεθνή σκηνή ενεργούν με βάση ένα στενά νοούμενο ίδιον συμφέρον, ότι η διεθνής πολιτική δεν είναι παρά συσχετισμός ισχύος και ότι η τυχόν επίκληση της ηθικής από τους διεθνείς παίκτες δεν είναι παρά ένα προπέτασμα καπνού που κρύβει τη σκληρή επιδίωξη ιδιοτελών στόχων.
Ωστόσο, ακόμη και ο πιο ρεαλιστής των διεθνών σχέσεων θα πρέπει, νομίζω, να αναγνωρίσει ότι οι κινήσεις στη διεθνή σκηνή μπορούν να αποτιμηθούν ηθικά, ότι ηθικές αξίες και αρχές ενσωματώνονται στους διεθνείς κανόνες και ότι η απόρριψη της ηθικής διάστασης μιας συμπεριφοράς υποδηλώνει και αυτή μια ηθική στάση.
Ποια ηθικά ζητήματα εγείρονται σε σχέση με τις λεγόμενες ανθρωπιστικές παρεμβάσεις; Ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ατομικών ελευθεριών, ζητήματα δικαιοσύνης, γενικού συμφέροντος, αυτονομίας και αξιοπρέπειας, ανθρωπιστικής αλληλεγγύης και βοήθειας. Επί Ψυχρού Πολέμου, ενώ δεν έλειπαν οι επεμβάσεις σε ξένα κράτη (π.χ., η επέμβαση της ΕΣΣΔ στην Τσεχοσλοβακία, των ΗΠΑ στη Γρενάδα, κτλ.), το θέμα της ανθρωπιστικής παρέμβασης δεν απασχολούσε τόσο πολύ διότι το διπολικό σύστημα της εποχής με τις παγιωμένες σφαίρες επιρροής δεν επέτρεπε πολλές κινήσεις.
Με την κατάρρευση του ΄89, χαλάρωσαν οι περιορισμοί που επέβαλλε ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων και εντάθηκε η συζήτηση για το κατά πόσον είναι ηθικά θεμιτές οι παρεμβάσεις, δεδομένων των εξελίξεων στα Βαλκάνια, στον Κόλπο ή στην Αφρική, αλλά και της εξαιρετικής εμβέλειας και επιρροής που απέκτησε ο λόγος περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο οποίος μέχρι τότε αντιμετωπιζόταν από αρκετούς ως δάκτυλος του ιμπεριαλισμού.
Περισσότερα
Το Βήμα
13 Μαρτίου 2011
Δικαιολογείται ηθικά η ξένη ανθρωπιστική παρέμβαση σε μια χώρα; Η ίδια η αναφορά στην ηθική σε ό,τι αφορά τη διεθνή πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις δημιουργεί αμέσως επιφυλάξεις και σκεπτικισμό, αν όχι μειδιάματα και ειρωνεία. Θεωρείται δεδομένο ότι τα κράτη στη διεθνή σκηνή ενεργούν με βάση ένα στενά νοούμενο ίδιον συμφέρον, ότι η διεθνής πολιτική δεν είναι παρά συσχετισμός ισχύος και ότι η τυχόν επίκληση της ηθικής από τους διεθνείς παίκτες δεν είναι παρά ένα προπέτασμα καπνού που κρύβει τη σκληρή επιδίωξη ιδιοτελών στόχων.
Ωστόσο, ακόμη και ο πιο ρεαλιστής των διεθνών σχέσεων θα πρέπει, νομίζω, να αναγνωρίσει ότι οι κινήσεις στη διεθνή σκηνή μπορούν να αποτιμηθούν ηθικά, ότι ηθικές αξίες και αρχές ενσωματώνονται στους διεθνείς κανόνες και ότι η απόρριψη της ηθικής διάστασης μιας συμπεριφοράς υποδηλώνει και αυτή μια ηθική στάση.
Ποια ηθικά ζητήματα εγείρονται σε σχέση με τις λεγόμενες ανθρωπιστικές παρεμβάσεις; Ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ατομικών ελευθεριών, ζητήματα δικαιοσύνης, γενικού συμφέροντος, αυτονομίας και αξιοπρέπειας, ανθρωπιστικής αλληλεγγύης και βοήθειας. Επί Ψυχρού Πολέμου, ενώ δεν έλειπαν οι επεμβάσεις σε ξένα κράτη (π.χ., η επέμβαση της ΕΣΣΔ στην Τσεχοσλοβακία, των ΗΠΑ στη Γρενάδα, κτλ.), το θέμα της ανθρωπιστικής παρέμβασης δεν απασχολούσε τόσο πολύ διότι το διπολικό σύστημα της εποχής με τις παγιωμένες σφαίρες επιρροής δεν επέτρεπε πολλές κινήσεις.
Με την κατάρρευση του ΄89, χαλάρωσαν οι περιορισμοί που επέβαλλε ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων και εντάθηκε η συζήτηση για το κατά πόσον είναι ηθικά θεμιτές οι παρεμβάσεις, δεδομένων των εξελίξεων στα Βαλκάνια, στον Κόλπο ή στην Αφρική, αλλά και της εξαιρετικής εμβέλειας και επιρροής που απέκτησε ο λόγος περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ο οποίος μέχρι τότε αντιμετωπιζόταν από αρκετούς ως δάκτυλος του ιμπεριαλισμού.
Περισσότερα
Saturday, March 12, 2011
A European's Warning to America
by Daniel Hannan
Wall Street Journal
March 11, 2011
On a U.S. talk-radio show recently, I was asked what I thought about the notion that Barack Obama had been born in Kenya. "Pah!" I replied. "Your president was plainly born in Brussels."
American conservatives have struggled to press the president's policies into a meaningful narrative. Is he a socialist? No, at least not in the sense of wanting the state to own key industries. Is he a straightforward New Deal big spender, in the model of FDR and LBJ? Not exactly.
My guess is that, if anything, Obama would verbalize his ideology using the same vocabulary that Eurocrats do. He would say he wants a fairer America, a more tolerant America, a less arrogant America, a more engaged America. When you prize away the cliché, what these phrases amount to are higher taxes, less patriotism, a bigger role for state bureaucracies, and a transfer of sovereignty to global institutions.
He is not pursuing a set of random initiatives but a program of comprehensive Europeanization: European health care, European welfare, European carbon taxes, European day care, European college education, even a European foreign policy, based on engagement with supranational technocracies, nuclear disarmament and a reluctance to deploy forces overseas.
No previous president has offered such uncritical support for European integration. On his very first trip to Europe as president, Mr. Obama declared, "In my view, there is no Old Europe or New Europe. There is a united Europe."
More
Wall Street Journal
March 11, 2011
On a U.S. talk-radio show recently, I was asked what I thought about the notion that Barack Obama had been born in Kenya. "Pah!" I replied. "Your president was plainly born in Brussels."
American conservatives have struggled to press the president's policies into a meaningful narrative. Is he a socialist? No, at least not in the sense of wanting the state to own key industries. Is he a straightforward New Deal big spender, in the model of FDR and LBJ? Not exactly.
My guess is that, if anything, Obama would verbalize his ideology using the same vocabulary that Eurocrats do. He would say he wants a fairer America, a more tolerant America, a less arrogant America, a more engaged America. When you prize away the cliché, what these phrases amount to are higher taxes, less patriotism, a bigger role for state bureaucracies, and a transfer of sovereignty to global institutions.
He is not pursuing a set of random initiatives but a program of comprehensive Europeanization: European health care, European welfare, European carbon taxes, European day care, European college education, even a European foreign policy, based on engagement with supranational technocracies, nuclear disarmament and a reluctance to deploy forces overseas.
No previous president has offered such uncritical support for European integration. On his very first trip to Europe as president, Mr. Obama declared, "In my view, there is no Old Europe or New Europe. There is a united Europe."
More
Thursday, March 10, 2011
Κανένας Νόμος να μην Περιορίζει την Ελευθερία του Λόγου και της Έκφρασης
του Αριστείδη Χατζή
Το Βήμα
10 Μαρτίου 2011
Στις 4 Οκτωβρίου 1976 ο Frank Collin, ηγέτης μιας μικρής ομάδας νεοναζί στο Σικάγο ζήτησε άδεια για να παρελάσει με την ομάδα του στο προάστιο Σκόκι. Οι δημοτικές αρχές έθεσαν κάποιες προϋποθέσεις που καθιστούσαν αδύνατη την παρέλαση και οι νεοναζί κατέφυγαν στα δικαστήρια.
Στις 28 Απριλίου 1977 το τοπικό δικαστήριο δικαίωσε τον δήμο καθώς στο Σκόκι οι 40.000 από τους 70.000 κατοίκους του ήταν εβραϊκής καταγωγής, οι 5.000 μάλιστα από αυτούς ήταν επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος. Γι’ αυτό άλλωστε οι νεοναζί επέλεξαν το Σκόκι για την παρέλασή τους. Στην παρέλαση αυτή σχεδίαζαν να φορέσουν στολές του γερμανικού ναζιστικού κόμματος και να φέρουν σημαίες με σβάστικες.
Ο στόχος των ναζί ήταν προφανής: η παρέλαση μπροστά από τα σπίτια ανθρώπων που επέζησαν από το ολοκαύτωμα ή έστω ανθρώπων που έχασαν αγαπημένα πρόσωπα σ’ αυτό θα προκαλούσε ισχυρή ψυχική οδύνη στον εβραϊκής καταγωγής πληθυσμό του Σκόκι.
Αυτό ισχυρίστηκαν οι δικηγόροι της κοινότητας του Σκόκι στα δικαστήρια, τονίζοντας ακόμα ότι ο λόγος μίσους, ο ρατσιστικός και μισαλλόδοξος λόγος, δεν θα πρέπει να προστατεύεται καθώς ισοδυναμεί με φυσική βία (και ορισμένες φορές είναι πολύ πιο οδυνηρός). Επιπλέον η παρουσία των Ναζί στο Σκόκι θα οδηγούσε οπωσδήποτε σε βίαιες συγκρούσεις που δεν θα μπορούσαν να ελεγχθούν από τις αρχές.
Όμως οι νεοναζί βρήκαν έναν ανεπιθύμητο γι’ αυτούς σύμμαχο. Την American Civil Liberties Union (ACLU), τη μεγαλύτερη φιλελεύθερη οργάνωση προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων στις Η.Π.Α. Η ACLU κατέφυγε στα ομοσπονδιακά δικαστήρια και κέρδισε εκ μέρους των νεοναζί όλες τις δικαστικές διαμάχες με αποκορύφωμα τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου της Πολιτείας του Ιλλινόι και του 7ου Περιφερειακού Εφετείου.
Τα αμερικάνικα δικαστήρια δικαίωσαν ουσιαστικά όχι τους Ναζί (που τελικά δεν παρέλασαν στο Σκόκι) αλλά την ACLU που έδωσε και συνεχίζει να δίνει αγώνες για την μεγαλύτερη δυνατή προστασία της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης που την έχει κατοχυρώσει η περίφημη πρώτη τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος:
«Το Κογκρέσο δεν θα θεσπίσει κανένα νόμο που να περιορίζει την ελευθερία του λόγου ή του τύπου.»
Και «όταν λέμε κανέναν, εννοούμε κανένα νόμο» έλεγε ο ανώτατος αμερικανός δικαστής Hugo Black. Αν και η ACLU έχασε 30.000 μέλη και $500.000 σε εισφορές δεν υποχώρησε, ενώ πολλοί από τους δικηγόρους της που υπερασπίστηκαν με πάθος το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης των ναζί ήταν εβραϊκής καταγωγής.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ
Εδώ θα βρεις το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με θέμα «Καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου».
Εδώ, εδώ και εδώ θα βρείς περισσότερα για την πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. και εδώ και εδώ για την πρόσφατη απόφαση του Richard Posner στο 7ο Περιφερειακό Εφετείο των Η.Π.Α.
Εδώ θα δείτε πώς αντέδρασαν οι αμερικανοί γελοιογράφοι (όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων) στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Για το ελληνικό σχέδιο νόμου διάβασε εδώ και εδώ άρθρα του Πάσχου Μανδραβέλη στην Καθημερινή και εδώ άρθρο του Νάσου Θεοδωρίδη στην Αυγή.
Εδώ θα βρεις το blog του νομικού Βασίλη Σωτηρόπουλου ο οποίος έχει αρκετά διαφορετικές απόψεις από τις δικές μου και υπερασπίζεται με ενδιαφέροντα επιχειρήματα την ποινικοποίηση του ρατσιστικού και μισαλλόδοξου λόγου.
Εδώ, εδώ, εδώ και εδώ μπορείς να βρεις online editions του On Liberty του John Stuart Mill.
Διάβασε το άρθρο του Geoffrey R. Stone, "Remembering the Nazis in Skokie"
και το πολύ ενδιαφέρον ρεπορτάζ των New York Times

Βλ. εδώ την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Η.Π.Α.
Μάθε περισσότερα για την American Civil Liberties Union
Για περισσότερες πληροφορίες διάβασε ένα από τα παρακάτω βιβλία:
και δες αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα τηλεταινία:
Το Βήμα
10 Μαρτίου 2011
Στις 4 Οκτωβρίου 1976 ο Frank Collin, ηγέτης μιας μικρής ομάδας νεοναζί στο Σικάγο ζήτησε άδεια για να παρελάσει με την ομάδα του στο προάστιο Σκόκι. Οι δημοτικές αρχές έθεσαν κάποιες προϋποθέσεις που καθιστούσαν αδύνατη την παρέλαση και οι νεοναζί κατέφυγαν στα δικαστήρια.
Στις 28 Απριλίου 1977 το τοπικό δικαστήριο δικαίωσε τον δήμο καθώς στο Σκόκι οι 40.000 από τους 70.000 κατοίκους του ήταν εβραϊκής καταγωγής, οι 5.000 μάλιστα από αυτούς ήταν επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος. Γι’ αυτό άλλωστε οι νεοναζί επέλεξαν το Σκόκι για την παρέλασή τους. Στην παρέλαση αυτή σχεδίαζαν να φορέσουν στολές του γερμανικού ναζιστικού κόμματος και να φέρουν σημαίες με σβάστικες.
Ο στόχος των ναζί ήταν προφανής: η παρέλαση μπροστά από τα σπίτια ανθρώπων που επέζησαν από το ολοκαύτωμα ή έστω ανθρώπων που έχασαν αγαπημένα πρόσωπα σ’ αυτό θα προκαλούσε ισχυρή ψυχική οδύνη στον εβραϊκής καταγωγής πληθυσμό του Σκόκι.
Αυτό ισχυρίστηκαν οι δικηγόροι της κοινότητας του Σκόκι στα δικαστήρια, τονίζοντας ακόμα ότι ο λόγος μίσους, ο ρατσιστικός και μισαλλόδοξος λόγος, δεν θα πρέπει να προστατεύεται καθώς ισοδυναμεί με φυσική βία (και ορισμένες φορές είναι πολύ πιο οδυνηρός). Επιπλέον η παρουσία των Ναζί στο Σκόκι θα οδηγούσε οπωσδήποτε σε βίαιες συγκρούσεις που δεν θα μπορούσαν να ελεγχθούν από τις αρχές.Όμως οι νεοναζί βρήκαν έναν ανεπιθύμητο γι’ αυτούς σύμμαχο. Την American Civil Liberties Union (ACLU), τη μεγαλύτερη φιλελεύθερη οργάνωση προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων στις Η.Π.Α. Η ACLU κατέφυγε στα ομοσπονδιακά δικαστήρια και κέρδισε εκ μέρους των νεοναζί όλες τις δικαστικές διαμάχες με αποκορύφωμα τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου της Πολιτείας του Ιλλινόι και του 7ου Περιφερειακού Εφετείου.
Τα αμερικάνικα δικαστήρια δικαίωσαν ουσιαστικά όχι τους Ναζί (που τελικά δεν παρέλασαν στο Σκόκι) αλλά την ACLU που έδωσε και συνεχίζει να δίνει αγώνες για την μεγαλύτερη δυνατή προστασία της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης που την έχει κατοχυρώσει η περίφημη πρώτη τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος:
«Το Κογκρέσο δεν θα θεσπίσει κανένα νόμο που να περιορίζει την ελευθερία του λόγου ή του τύπου.»
Και «όταν λέμε κανέναν, εννοούμε κανένα νόμο» έλεγε ο ανώτατος αμερικανός δικαστής Hugo Black. Αν και η ACLU έχασε 30.000 μέλη και $500.000 σε εισφορές δεν υποχώρησε, ενώ πολλοί από τους δικηγόρους της που υπερασπίστηκαν με πάθος το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης των ναζί ήταν εβραϊκής καταγωγής.
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ
Εδώ θα βρεις το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με θέμα «Καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου».
Εδώ, εδώ και εδώ θα βρείς περισσότερα για την πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. και εδώ και εδώ για την πρόσφατη απόφαση του Richard Posner στο 7ο Περιφερειακό Εφετείο των Η.Π.Α.
Εδώ θα δείτε πώς αντέδρασαν οι αμερικανοί γελοιογράφοι (όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων) στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Για το ελληνικό σχέδιο νόμου διάβασε εδώ και εδώ άρθρα του Πάσχου Μανδραβέλη στην Καθημερινή και εδώ άρθρο του Νάσου Θεοδωρίδη στην Αυγή.
Εδώ θα βρεις το blog του νομικού Βασίλη Σωτηρόπουλου ο οποίος έχει αρκετά διαφορετικές απόψεις από τις δικές μου και υπερασπίζεται με ενδιαφέροντα επιχειρήματα την ποινικοποίηση του ρατσιστικού και μισαλλόδοξου λόγου.
Εδώ, εδώ, εδώ και εδώ μπορείς να βρεις online editions του On Liberty του John Stuart Mill.
ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ SKOKIE
Διάβασε το άρθρο του Geoffrey R. Stone, "Remembering the Nazis in Skokie"
και το πολύ ενδιαφέρον ρεπορτάζ των New York Times

Βλ. εδώ την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Η.Π.Α.
Μάθε περισσότερα για την American Civil Liberties Union
Για περισσότερες πληροφορίες διάβασε ένα από τα παρακάτω βιβλία:
Sunday, March 6, 2011
Μικρό και χρήσιμο Σύνταγμα
του Πάσχου Μανδραβέλη
Καθημερινή
6 Μαρτίου 2011
Τι είναι το Σύνταγμα; Μην είναι οι κάμποι; Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα; Στην Ελλάδα, οι πολιτικοί θεωρούν το Σύνταγμα κάτι σαν το κατάρτι του Οδυσσέα. Ενα πράγμα που τους δένει για να μην υποκύπτουν στις σειρήνες του λαϊκισμού. Ετσι έγινε συνταγματική επιταγή η απαγόρευση μονιμοποίησης των συμβασιούχων του Δημοσίου· κάτι που θα μπορούσε να προβλέπεται από έναν απλό νόμο. Συνταγματικά, επίσης, επιχειρήθηκε να προστατευτεί το ήθος των βουλευτών, δηλαδή να μη δουλεύουν το πρωί στη Βουλή και το απόγευμα να γίνονται θεράποντες δικηγόροι κατηγορουμένων για διάφορα εγκλήματα. Κατά τον ίδιο τρόπο έγινε συνταγματική διάταξη και ο βασικός μέτοχος, σε μια προσπάθεια να μην υποκύπτουν οι υπουργοί στους γητευτές των καναλιών.
Ετσι φτάσαμε να έχουμε ένα λεπτομερέστατο Σύνταγμα, που όπως και οι απλοί νόμοι, βρίθει νεκρών διατάξεων. Δεν είναι μόνο το άρθρο 14 παρ. 9 που το κοιτάμε σαν ένα ρημαγμένο κάστρο στη μάχη της διαπλοκής, είναι και το 14.8 που από το 1974 προβλέπει ότι «Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τα προσόντα για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος».
Τώρα, το μελλοντικό Σύνταγμα, που θα προκύψει από την αναθεώρηση της επόμενης Βουλής, κινδυνεύει να ξεχειλώσει από δύο άλλες διατάξεις. Την πρώτη εξήγγειλε ο πρωθυπουργός κ. Γεώργιος Παπανδρέου, η οποία θα απαγορεύει σε μελλοντικές κυβερνήσεις να πωλούν δημόσια γη. Αν κρίνουμε από τον κλαυθμό εκείνου του Σαββατοκύριακου (για τις δηλώσεις του κ. Σερβά Ντερούς για αποκρατικοποιήσεις ύψους 50 δισ.), μάλλον η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού αντιτίθεται στην ιδιωτικοποίηση εκτάσεων. Προτιμάμε να τις ιδιωτικοποιούμε μόνοι μας –παρανόμως και λίγο λίγο– διά των καταπατήσεων.
Περισσότερα
Καθημερινή
6 Μαρτίου 2011
Τι είναι το Σύνταγμα; Μην είναι οι κάμποι; Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα; Στην Ελλάδα, οι πολιτικοί θεωρούν το Σύνταγμα κάτι σαν το κατάρτι του Οδυσσέα. Ενα πράγμα που τους δένει για να μην υποκύπτουν στις σειρήνες του λαϊκισμού. Ετσι έγινε συνταγματική επιταγή η απαγόρευση μονιμοποίησης των συμβασιούχων του Δημοσίου· κάτι που θα μπορούσε να προβλέπεται από έναν απλό νόμο. Συνταγματικά, επίσης, επιχειρήθηκε να προστατευτεί το ήθος των βουλευτών, δηλαδή να μη δουλεύουν το πρωί στη Βουλή και το απόγευμα να γίνονται θεράποντες δικηγόροι κατηγορουμένων για διάφορα εγκλήματα. Κατά τον ίδιο τρόπο έγινε συνταγματική διάταξη και ο βασικός μέτοχος, σε μια προσπάθεια να μην υποκύπτουν οι υπουργοί στους γητευτές των καναλιών.
Ετσι φτάσαμε να έχουμε ένα λεπτομερέστατο Σύνταγμα, που όπως και οι απλοί νόμοι, βρίθει νεκρών διατάξεων. Δεν είναι μόνο το άρθρο 14 παρ. 9 που το κοιτάμε σαν ένα ρημαγμένο κάστρο στη μάχη της διαπλοκής, είναι και το 14.8 που από το 1974 προβλέπει ότι «Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τα προσόντα για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος».
Τώρα, το μελλοντικό Σύνταγμα, που θα προκύψει από την αναθεώρηση της επόμενης Βουλής, κινδυνεύει να ξεχειλώσει από δύο άλλες διατάξεις. Την πρώτη εξήγγειλε ο πρωθυπουργός κ. Γεώργιος Παπανδρέου, η οποία θα απαγορεύει σε μελλοντικές κυβερνήσεις να πωλούν δημόσια γη. Αν κρίνουμε από τον κλαυθμό εκείνου του Σαββατοκύριακου (για τις δηλώσεις του κ. Σερβά Ντερούς για αποκρατικοποιήσεις ύψους 50 δισ.), μάλλον η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού αντιτίθεται στην ιδιωτικοποίηση εκτάσεων. Προτιμάμε να τις ιδιωτικοποιούμε μόνοι μας –παρανόμως και λίγο λίγο– διά των καταπατήσεων.
Περισσότερα
Thursday, March 3, 2011
Η ανάπηρη ευρωπαϊκή δημοκρατία
του Γεώργιου Π. Μαλλούχου
Το Βήμα
2 Φεβρουαρίου 2011
Σε λιγότερο από ένα μήνα, στη σύνοδο κορυφής της 25ης Μαρτίου, θα ληφθούν αποφάσεις καθοριστικές για το μέλλον όχι μόνον της Ελλάδας που βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, αλλά και πολλών εκατομμυρίων ευρωπαίων πολιτών χωρών που δεν αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους πρόβλημα.
Η υιοθέτηση του Συμφώνου Ανταγωνιστικότητας με όποιο τελικά περιεχόμενο καταλήξει αυτό να λάβει, θα αποτελέσει την τροχιά επί της οποίας αυστηρά θα κινηθούν τα επόμενα χρόνια οι οικονομίες και, συνεπώς, οι κοινωνίες της ευρωζώνης. Δηλαδή, αυτό που θα αποφασιστεί στην Κορυφή, έχει ασύγκριτα μεγαλύτερη πραγματική σημασία για το μέλλον των λαών της, από ότι πολλά ερωτήματα και διακυβεύματα που τίθενται ως κεντρικά σε πολλές εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις. Θα περάσει άραγε, έστω και μετά, από τον έλεγχο ή την κύρωση των κοινοβουλίων των κρατών μελών;
Εδώ ακριβώς λοιπόν, τίθεται το ερώτημα: τι ξέρουν για όλα αυτά οι ίδιοι οι λαοί της Ευρώπης; Ποιος τους ρώτησε και πότε; Κανείς ποτέ. Πλην ίσως των τελευταίων εκλογών στην Ιρλανδία, καμιά άλλη εκλογική αναμέτρηση δεν είχε στην ατζέντα της ένα τέτοιο Σύμφωνο, ώστε οι λαοί να μπορούν να πάρουν, με κάποιο τρόπο κάποια θέση. Αυτοί, απλώς ακούν και βλέπουν ότι μεταδίδεται από τα μέσα ενημέρωσης. Αλλά, για όσα αποφασιστούν σε περίπου είκοσι ημέρες, ουδείς λαός έχει, με τον α ή β τρόπο, ερωτηθεί.Οχι μόνον από τους μικρούς κι αδύναμους συγκριτικά λαούς. Ούτε από τους μεγάλους. Κι όλα αυτά, μας μοιάζουν αυτονόητα. Κακώς. Γιατί δεν είναι.
Στις έμμεσες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, το πολίτευμα – σφραγίδα του ελεύθερου δυτικού κόσμου, ο λαός εκλέγει αντιπροσώπους κι εκείνοι νομοθετούν και κυβερνούν. Έτσι δουλεύει το σύστημα. Και, παρά τα προβλήματά του, δουλεύει καλά. Λίαν παραδόξως, στην Ευρωπαϊκή Ένωση του 21ου αιώνα, που δημιουργήθηκε και απαρτίζεται από μερικές από αυτές τις πιο προηγμένες δημοκρατίες, δουλεύει αλλιώς: οι λαοί εκλέγουν βουλές και μέσα από αυτές σχηματίζουν κυβερνήσεις όχι για να κυβερνηθούν, αλλά για να… αντιπροσωπευθούν ακόμα παραπέρα: η αντιπροσώπευση, της αντιπροσώπευσης.
Περισσότερα
Το Βήμα
2 Φεβρουαρίου 2011
Σε λιγότερο από ένα μήνα, στη σύνοδο κορυφής της 25ης Μαρτίου, θα ληφθούν αποφάσεις καθοριστικές για το μέλλον όχι μόνον της Ελλάδας που βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, αλλά και πολλών εκατομμυρίων ευρωπαίων πολιτών χωρών που δεν αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους πρόβλημα.
Η υιοθέτηση του Συμφώνου Ανταγωνιστικότητας με όποιο τελικά περιεχόμενο καταλήξει αυτό να λάβει, θα αποτελέσει την τροχιά επί της οποίας αυστηρά θα κινηθούν τα επόμενα χρόνια οι οικονομίες και, συνεπώς, οι κοινωνίες της ευρωζώνης. Δηλαδή, αυτό που θα αποφασιστεί στην Κορυφή, έχει ασύγκριτα μεγαλύτερη πραγματική σημασία για το μέλλον των λαών της, από ότι πολλά ερωτήματα και διακυβεύματα που τίθενται ως κεντρικά σε πολλές εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις. Θα περάσει άραγε, έστω και μετά, από τον έλεγχο ή την κύρωση των κοινοβουλίων των κρατών μελών;
Εδώ ακριβώς λοιπόν, τίθεται το ερώτημα: τι ξέρουν για όλα αυτά οι ίδιοι οι λαοί της Ευρώπης; Ποιος τους ρώτησε και πότε; Κανείς ποτέ. Πλην ίσως των τελευταίων εκλογών στην Ιρλανδία, καμιά άλλη εκλογική αναμέτρηση δεν είχε στην ατζέντα της ένα τέτοιο Σύμφωνο, ώστε οι λαοί να μπορούν να πάρουν, με κάποιο τρόπο κάποια θέση. Αυτοί, απλώς ακούν και βλέπουν ότι μεταδίδεται από τα μέσα ενημέρωσης. Αλλά, για όσα αποφασιστούν σε περίπου είκοσι ημέρες, ουδείς λαός έχει, με τον α ή β τρόπο, ερωτηθεί.Οχι μόνον από τους μικρούς κι αδύναμους συγκριτικά λαούς. Ούτε από τους μεγάλους. Κι όλα αυτά, μας μοιάζουν αυτονόητα. Κακώς. Γιατί δεν είναι.
Στις έμμεσες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, το πολίτευμα – σφραγίδα του ελεύθερου δυτικού κόσμου, ο λαός εκλέγει αντιπροσώπους κι εκείνοι νομοθετούν και κυβερνούν. Έτσι δουλεύει το σύστημα. Και, παρά τα προβλήματά του, δουλεύει καλά. Λίαν παραδόξως, στην Ευρωπαϊκή Ένωση του 21ου αιώνα, που δημιουργήθηκε και απαρτίζεται από μερικές από αυτές τις πιο προηγμένες δημοκρατίες, δουλεύει αλλιώς: οι λαοί εκλέγουν βουλές και μέσα από αυτές σχηματίζουν κυβερνήσεις όχι για να κυβερνηθούν, αλλά για να… αντιπροσωπευθούν ακόμα παραπέρα: η αντιπροσώπευση, της αντιπροσώπευσης.
Περισσότερα
Saturday, February 26, 2011
Jury Nullification Advocate Is Indicted
New York Times
February 25, 2011
Julian P. Heicklen sat silent and unresponsive as his bail hearing began one day recently in federal court in Manhattan; his eyes were closed, his head slumped forward.
“Mr. Heicklen?” the magistrate judge, Ronald L. Ellis, asked. “Mr. Heicklen? Is Mr. Heicklen awake?”
“I believe he is, your honor,” a prosecutor, Rebecca Mermelstein, said. “I think he’s choosing not to respond but is certainly capable of doing so.”
There was, in fact, nothing wrong with Mr. Heicklen, 78, who eventually opened his eyes and told the judge, “I’m exercising my Fifth Amendment right to remain silent.”
Indeed, it was not his silence that landed Mr. Heicklen, a retired Pennsylvania State University chemistry professor, in court; it was what he had been doing outside the federal courthouse at 500 Pearl Street.
Since 2009, Mr. Heicklen has stood there and at courthouse entrances elsewhere and handed out pamphlets encouraging jurors to ignore the law if they disagree with it, and to render verdicts based on conscience.
That concept, called jury nullification, is highly controversial, and courts are hostile to it. But federal prosecutors have now taken the unusual step of having Mr. Heicklen indicted on a charge that his distributing of such pamphlets at the courthouse entrance violates the law against jury tampering. He was arraigned on Friday in a somewhat contentious hearing before Judge Kimba M. Wood, who entered a not guilty plea on his behalf when he refused to say how he would plead. During the proceeding, he railed at the judge and the government, and called the indictment “a tissue of lies.”
Mr. Heicklen insists that he never tries to influence specific jurors or cases, and instead gives his brochures to passers-by, hoping that jurors are among them.
But he feels his message must be getting out, or the government would not have brought charges against him.
“If I weren’t having any effect, would they do this?” said Mr. Heicklen, whose former colleagues recall him as a talented and unconventional educator. “You don’t have to be a genius to figure this thing out.”
More
February 25, 2011
Julian P. Heicklen sat silent and unresponsive as his bail hearing began one day recently in federal court in Manhattan; his eyes were closed, his head slumped forward.
“Mr. Heicklen?” the magistrate judge, Ronald L. Ellis, asked. “Mr. Heicklen? Is Mr. Heicklen awake?”
“I believe he is, your honor,” a prosecutor, Rebecca Mermelstein, said. “I think he’s choosing not to respond but is certainly capable of doing so.”
There was, in fact, nothing wrong with Mr. Heicklen, 78, who eventually opened his eyes and told the judge, “I’m exercising my Fifth Amendment right to remain silent.”
Indeed, it was not his silence that landed Mr. Heicklen, a retired Pennsylvania State University chemistry professor, in court; it was what he had been doing outside the federal courthouse at 500 Pearl Street.
Since 2009, Mr. Heicklen has stood there and at courthouse entrances elsewhere and handed out pamphlets encouraging jurors to ignore the law if they disagree with it, and to render verdicts based on conscience.
That concept, called jury nullification, is highly controversial, and courts are hostile to it. But federal prosecutors have now taken the unusual step of having Mr. Heicklen indicted on a charge that his distributing of such pamphlets at the courthouse entrance violates the law against jury tampering. He was arraigned on Friday in a somewhat contentious hearing before Judge Kimba M. Wood, who entered a not guilty plea on his behalf when he refused to say how he would plead. During the proceeding, he railed at the judge and the government, and called the indictment “a tissue of lies.”
Mr. Heicklen insists that he never tries to influence specific jurors or cases, and instead gives his brochures to passers-by, hoping that jurors are among them.
But he feels his message must be getting out, or the government would not have brought charges against him.
“If I weren’t having any effect, would they do this?” said Mr. Heicklen, whose former colleagues recall him as a talented and unconventional educator. “You don’t have to be a genius to figure this thing out.”
More
Friday, February 25, 2011
Professors ask Congress for an ethics code for Supreme Court
Washington Post
February 24, 2011
A group of more than a hundred law professors from across the country has asked Congress to extend an ethical code of conduct to the Supreme Court - for the first time - and clarify when individual justices should step away from specific legal cases.
The group's appeal on Wednesday, in a letter to the House and Senate Judiciary committees, comes after recent controversies involving travel and appearances at political events by several Supreme Court justices, including Clarence Thomas and Antonin Scalia. Rep. Christopher S. Murphy (D-Conn.) said he plans to introduce legislation that addresses the issue.
Thomas and Scalia have been criticized by a public interest group for attending private political meetings sponsored in January 2007 and 2008 by David and Charles Koch, conservative billionaires who made large contributions during last year's election and have financially backed the tea party movement.
Precisely what happened at those meetings remains unclear, but neither of the justices' routine financial disclosures mentioned that the Kochs had organized the events. Supporters of reform say that would change if the same ethics rules that applied to lesser judges were applied to the Supreme Court.
The Kochs own oil, gas and paper businesses involved in hundreds of legal cases in federal court. The nonprofit group Common Cause has complained that the controversial Citizens United v. Federal Election Commission decision on campaign financing last year - on a narrow majority backed by Thomas and Scalia - opened the door to heightened corporate contributions from the Koch empire.
More
Read the Letter
February 24, 2011
A group of more than a hundred law professors from across the country has asked Congress to extend an ethical code of conduct to the Supreme Court - for the first time - and clarify when individual justices should step away from specific legal cases.
The group's appeal on Wednesday, in a letter to the House and Senate Judiciary committees, comes after recent controversies involving travel and appearances at political events by several Supreme Court justices, including Clarence Thomas and Antonin Scalia. Rep. Christopher S. Murphy (D-Conn.) said he plans to introduce legislation that addresses the issue.
Thomas and Scalia have been criticized by a public interest group for attending private political meetings sponsored in January 2007 and 2008 by David and Charles Koch, conservative billionaires who made large contributions during last year's election and have financially backed the tea party movement.
Precisely what happened at those meetings remains unclear, but neither of the justices' routine financial disclosures mentioned that the Kochs had organized the events. Supporters of reform say that would change if the same ethics rules that applied to lesser judges were applied to the Supreme Court.
The Kochs own oil, gas and paper businesses involved in hundreds of legal cases in federal court. The nonprofit group Common Cause has complained that the controversial Citizens United v. Federal Election Commission decision on campaign financing last year - on a narrow majority backed by Thomas and Scalia - opened the door to heightened corporate contributions from the Koch empire.
More
Read the Letter
Tuesday, February 22, 2011
Huck and Jim and Law
by Eric A. Posner
New Republic
February 21, 2011
There is a story about the University of Chicago economist who complained in a seminar that he did not have any friends. “Buy one!" came a call from the back. A similar response will greet Ethan J. Leib’s new book, which argues that friendship should be promoted as a matter of public policy and subjected to legal regulation. If you think that friendship should be legally regulated, you just don’t understand friendship.
Leib anticipates this reaction and spends a great deal of time trying to refute it. Courts already do regulate friendships, he observes, and no one seems to have a problem with this. In many states, friends owe fiduciary duties to each other. This means that if you sell your old car to a friend, you have an obligation to mention the leaky carburetor and perhaps to charge a fair price—obligations that one does not owe to strangers. Friends who form business ventures and then fall out may discover that courts hold them to a higher standard of conduct. Since friends trust each other, they are vulnerable to being taken advantage of, and some courts take this factor into account when resolving cases. A stranger who breaches a contract is not as odious as a friend who betrays his trust: although their behavior may be identical, a court might come down harder on the friend than on the stranger.
Leib also points out that the most intimate relationships are shot through with legal regulation. We sometimes think that marriages are “outside” law. In fact, husbands and wives owe countless legal obligations to each other. They must provide care and support, and if the marriage falls apart, the state intervenes and arranges the most intimate details of their lives, such as how long each may spend with the children. In return, spouses get tax breaks (although sometimes they have a heavier tax burden) and they enjoy special legal privileges—to make life and death decisions when the other is in a coma, to refrain from testifying against each other at trial, to take leave from work when the other is sick. If husband and wife, why not friend and friend?
More
Read the Response by Prof. Leib
New Republic
February 21, 2011
There is a story about the University of Chicago economist who complained in a seminar that he did not have any friends. “Buy one!" came a call from the back. A similar response will greet Ethan J. Leib’s new book, which argues that friendship should be promoted as a matter of public policy and subjected to legal regulation. If you think that friendship should be legally regulated, you just don’t understand friendship.
Leib anticipates this reaction and spends a great deal of time trying to refute it. Courts already do regulate friendships, he observes, and no one seems to have a problem with this. In many states, friends owe fiduciary duties to each other. This means that if you sell your old car to a friend, you have an obligation to mention the leaky carburetor and perhaps to charge a fair price—obligations that one does not owe to strangers. Friends who form business ventures and then fall out may discover that courts hold them to a higher standard of conduct. Since friends trust each other, they are vulnerable to being taken advantage of, and some courts take this factor into account when resolving cases. A stranger who breaches a contract is not as odious as a friend who betrays his trust: although their behavior may be identical, a court might come down harder on the friend than on the stranger.
Leib also points out that the most intimate relationships are shot through with legal regulation. We sometimes think that marriages are “outside” law. In fact, husbands and wives owe countless legal obligations to each other. They must provide care and support, and if the marriage falls apart, the state intervenes and arranges the most intimate details of their lives, such as how long each may spend with the children. In return, spouses get tax breaks (although sometimes they have a heavier tax burden) and they enjoy special legal privileges—to make life and death decisions when the other is in a coma, to refrain from testifying against each other at trial, to take leave from work when the other is sick. If husband and wife, why not friend and friend?
More
Read the Response by Prof. Leib
Friday, February 18, 2011
Law and the Stranger
Law and Politics Book Review
Vol. 21 No. 2 (February, 2011)
pp.50-54
Reviewed by Leila Kawar, Department of Politics, Bates College.
Law and the Stranger is the sixth entry in the Amherst series of publications in Law, Jurisprudence and Social Thought, all of which have been edited by Austin Sarat, Lawrence Douglas, and Martha Merrill Umphrey. The essays contained in the book were originally prepared for and presented as a seminar series at Amherst College. In their introduction, “Negotiating (with) Strangers,” the editors present the collection as a meditation on “the ways in which law, and in particular liberal legal regimes, identifies and responds to strangers within and across their borders, both historically and in the present day” (p.1). The six essays that ensue address this theme, with varying degrees of directness, from perspectives that range from critically-oriented sociolegal analysis, to jurisprudence, to literary interpretation.
The editors’ introduction binds the volume together and it provides a rich review of scholarly work in the field of political theory, both classical and contemporary, as it relates to the volume’s broad theme. The avowed willingness of the editors to draw insights from both liberal and critical materialist frameworks is reflected in their choice to solicit contributions from scholars working in these divergent traditions. Adopting an approach drawn from the humanities, the chapters are grouped not according to theoretical affinity but rather as pairs within (somewhat ad hoc) subthemes. Nevertheless, this theoretical ecumenism provides the reader with a provocative challenge to follow the editors in thinking inductively and synthetically rather than being caught up on the points of irreconcilability among the theories invoked.
Among the contributions that problematize the constructed nature of the citizen/stranger division, two stand out. Pheng Cheah’s chapter “Necessary Strangers: Law’s Hospitality in the Age of Transnational Migrancy” draws on two cases of the legal incorporation/exclusion of migrants in East and Southeast Asia to take issue with Kant’s conceptualization of hospitality as the right not to be treated with hostility. Kant foresaw global commerce as leading to the state of “perpetual peace” in which sovereign restrictions on transnational right would diminish towards zero, allowing for a more open form of sociability such that foreigners’ rights would no longer be conditional and all rational beings would be fully included in moral calculations. Contemporary transnationalists have theorized globalization in much the same way, as a process eroding the distinction between citizen and alien. Yet Cheah shows that global circuits of migrant labor actually intensify the extent to which foreigners and other strangers are marked as separate from community. Global capitalism, far from bringing us closer to perpetual peace, instead produces permanent dislocation, so that subaltern workers are viewed as disposable by migrant-receiving states and remain “permanently in exile” even after returning to their “homelands.” Cheah emphasizes that migrant rights, even when framed as human rights, remain conditional because they are administered by the state. She finds Derrida’s conceptualization of pure hospitality (distinguished from the conditional hospitality of the law) to hold greater potential for inclusive justice, and nicely illustrates this form of unconditional hospitality by describing a cinematic rendering of the welcoming community generated informally among excluded and vulnerable migrant workers in Hong Kong and China, a form of solidarity that does not depend on law or state.
More
Vol. 21 No. 2 (February, 2011)
pp.50-54
Reviewed by Leila Kawar, Department of Politics, Bates College.
Law and the Stranger is the sixth entry in the Amherst series of publications in Law, Jurisprudence and Social Thought, all of which have been edited by Austin Sarat, Lawrence Douglas, and Martha Merrill Umphrey. The essays contained in the book were originally prepared for and presented as a seminar series at Amherst College. In their introduction, “Negotiating (with) Strangers,” the editors present the collection as a meditation on “the ways in which law, and in particular liberal legal regimes, identifies and responds to strangers within and across their borders, both historically and in the present day” (p.1). The six essays that ensue address this theme, with varying degrees of directness, from perspectives that range from critically-oriented sociolegal analysis, to jurisprudence, to literary interpretation.
The editors’ introduction binds the volume together and it provides a rich review of scholarly work in the field of political theory, both classical and contemporary, as it relates to the volume’s broad theme. The avowed willingness of the editors to draw insights from both liberal and critical materialist frameworks is reflected in their choice to solicit contributions from scholars working in these divergent traditions. Adopting an approach drawn from the humanities, the chapters are grouped not according to theoretical affinity but rather as pairs within (somewhat ad hoc) subthemes. Nevertheless, this theoretical ecumenism provides the reader with a provocative challenge to follow the editors in thinking inductively and synthetically rather than being caught up on the points of irreconcilability among the theories invoked.
Among the contributions that problematize the constructed nature of the citizen/stranger division, two stand out. Pheng Cheah’s chapter “Necessary Strangers: Law’s Hospitality in the Age of Transnational Migrancy” draws on two cases of the legal incorporation/exclusion of migrants in East and Southeast Asia to take issue with Kant’s conceptualization of hospitality as the right not to be treated with hostility. Kant foresaw global commerce as leading to the state of “perpetual peace” in which sovereign restrictions on transnational right would diminish towards zero, allowing for a more open form of sociability such that foreigners’ rights would no longer be conditional and all rational beings would be fully included in moral calculations. Contemporary transnationalists have theorized globalization in much the same way, as a process eroding the distinction between citizen and alien. Yet Cheah shows that global circuits of migrant labor actually intensify the extent to which foreigners and other strangers are marked as separate from community. Global capitalism, far from bringing us closer to perpetual peace, instead produces permanent dislocation, so that subaltern workers are viewed as disposable by migrant-receiving states and remain “permanently in exile” even after returning to their “homelands.” Cheah emphasizes that migrant rights, even when framed as human rights, remain conditional because they are administered by the state. She finds Derrida’s conceptualization of pure hospitality (distinguished from the conditional hospitality of the law) to hold greater potential for inclusive justice, and nicely illustrates this form of unconditional hospitality by describing a cinematic rendering of the welcoming community generated informally among excluded and vulnerable migrant workers in Hong Kong and China, a form of solidarity that does not depend on law or state.
More
Thursday, February 17, 2011
David Cameron warned Britain could end up like Greece under the colonels
by Nicholas Watt
Guardian
February 16, 2011
Britain takes great pride in its position as one of the few countries in Europe that has been governed continuously through a system of parliamentary democracy for centuries.
Any suggestion therefore that Britain does not abide by the principles of democracy and – worst of all – shows sign of dictatorship is bound to provoke an angry reaction.
So the president of the European Court of Human Rights found himself under fire tonight from Eurosceptics and pro-Europeans after suggesting that Britain will look like Greece under the rule of the colonels if it refuses to abide by the court's ruling on prisoners.
Jean-Paul Costa drew the parallel with the colonels' dictatorship of 1967-74 when he was asked by the BBC what would happen if Britain withdrew from the court or refused to abide by its ruling on prisoners. The comments by the Tunisian-born French president came a week after MPs voted overwhelmingly to uphold the blanket ban which prevents prisoners from voting. The court ruled last October that Britain had to lift the ban.
This is what Costa said when he was asked what would happen if Britain abandoned the European Convention on Human Rights or refused to abide by the European Court of Human Rights ruling on prisoners. Costa told Shirin Wheeler, the presenter of the BBC Parliament programme The Record Europe:
Wheeler asked why it would be a disaster for Britain. Costa said:
More
Letter to the editor: "Court president did not liken UK to Greek dictatorship"
Guardian
February 16, 2011
Britain takes great pride in its position as one of the few countries in Europe that has been governed continuously through a system of parliamentary democracy for centuries.
Any suggestion therefore that Britain does not abide by the principles of democracy and – worst of all – shows sign of dictatorship is bound to provoke an angry reaction.
So the president of the European Court of Human Rights found himself under fire tonight from Eurosceptics and pro-Europeans after suggesting that Britain will look like Greece under the rule of the colonels if it refuses to abide by the court's ruling on prisoners.
Jean-Paul Costa drew the parallel with the colonels' dictatorship of 1967-74 when he was asked by the BBC what would happen if Britain withdrew from the court or refused to abide by its ruling on prisoners. The comments by the Tunisian-born French president came a week after MPs voted overwhelmingly to uphold the blanket ban which prevents prisoners from voting. The court ruled last October that Britain had to lift the ban.
This is what Costa said when he was asked what would happen if Britain abandoned the European Convention on Human Rights or refused to abide by the European Court of Human Rights ruling on prisoners. Costa told Shirin Wheeler, the presenter of the BBC Parliament programme The Record Europe:
I would say that it would be a disaster. A disaster certainly for the Council of Europe and the court but also a disaster for the United Kingdom. I say it respectfully. The UK was one of the states founding the convention, one of the founding states of the Council.
[The] UK has always been a supporter for the court and many times model for the legal systems of other countries. Many systems took advantage through the case law of our court of the legal traditions of Britain.
Wheeler asked why it would be a disaster for Britain. Costa said:
For the image of Britain I will say a simple things and again I hope this will not be considered as not respectful. The only country which denounced the convention actually was Greece in 1967 at the time of dictatorship of the Colonels. Of course after seven years, when democracy was restored in Greece, Greece returned to the Council of Europe and the convention.
I cannot imagine – even if I can understand some irritation that [the] UK which is a great country I admire the UK – could be in the same situation as the Colonels in 1967.
More
Letter to the editor: "Court president did not liken UK to Greek dictatorship"
Monday, February 14, 2011
Μνηµόνιο και για τη Δικαιοσύνη
του Σταύρου Τσακυράκη
Τα Νέα
14 Φεβρουαρίου 2011
Μέσα στον καταιγισµό των ειδήσεων για την καταβολή της τέταρτης δόσης του δανείου, τις περιπέτειες του πανεπιστηµιακού ασύλου, άντε και, για να ανοίγουµε και ένα παράθυρο στον κόσµο, για όσα συµβαίνουν στην Τυνησία και την Αίγυπτο, πέρασε στα ψιλά των εφηµερίδων µία σηµαντική απόφαση του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου (Ε∆∆Α). Είναι η απόφαση «Βασίλειος Αθανασίου και άλλοι κατά Ελλάδας» (21.12.2010), η οποία αναφέρεται στο πρόβληµα της υπερβολικής διάρκειας εκδίκασης των υποθέσεων από τα ελληνικά δικαστήρια. Στη συγκεκριµένη περίπτωση, η δίκη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων για την επιδίκαση ενός επιδόµατος σε πρώην στρατιωτικούς διήρκεσε περίπου δεκατέσσερα χρόνια. Η διαδικασία ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας κράτησε από µόνη της περίπου επτά χρόνια. Τώρα θα πείτε, «και πού βρίσκεται το ενδιαφέρον της απόφασης;». Αν κάποιος επισκεφθεί τον ιστότοπο του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου, θα διαπιστώσει ότι τα δέκα τελευταία χρόνια, το Ε∆∆Α έχει εκδώσει πάνω από τριακόσιες αποφάσεις, οι οποίες διαπιστώνουν παραβίαση του δικαιώµατος σε δίκαιη δίκη λόγω των καθυστερήσεων των ελληνικών δικαστηρίων στην εκδίκαση διαφορών.
Η «Βασίλειος Αθανασίου», δεν αποτελεί απλώς άλλη µία παραβίαση στον ήδη µακρύ κατάλογο. Το ενδιαφέρον της απόφασης βρίσκεται στο γεγονός ότι αποτελεί την πρώτη απόφαση - πιλότο (pilot judgement) για την Ελλάδα. Τι σηµαίνει αυτό; Σηµαίνει ότι το Ε∆∆Α δεν περιόρισε την κρίση του αποκλειστικά στην επίδικη διαφορά. Προχώρησε παραπέρα και, µε αφορµή τη συγκεκριµένη υπόθεση, τόνισε ότι η κατάσταση που επικρατεί στη διοικητική δικαιοσύνη σχετικά µε τις υπερβολικές καθυστερήσεις αποτελεί δοµικό πρόβληµα της ελληνικής έννοµης τάξης. Αναφέρθηκε έτσι σε προηγούµενες αποφάσεις του επί του ιδίου προβλήµατος, καθώς και σε αποφάσεις άλλων οργάνων του Συµβουλίου της Ευρώπης, οι οποίες έχουν ήδη κάνει λόγο στο παρελθόν για συστηµικό πρόβληµα της διοικητικής δικαιοσύνης. Χαρακτηριστικά, τονίζεται στην απόφαση ότι από το 2007 µέχρι σήµερα το Ε∆∆Α έχει διαγνώσει επανειληµµένως παραβιάσεις του δικαιώµατος εκδίκασης των διοικητικών διαφορών µέσα σε εύλογο χρόνο σε περισσότερες από πενήντα υποθέσεις. Οπως υπογραµµίζει το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο, σε πολλές περιπτώσεις η δίκη ξεπέρασε τα δέκα χρόνια για τρεις βαθµούς δικαιοδοσίας, ενώ οξύτατο εµφανίζεται το πρόβληµα των καθυστερήσεων ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας. Μάλιστα, το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο τόνισε τη σηµασία του προβλήµατος, δεχόµενο ότι «αυτού του είδους οι καθυστερήσεις είναι ικανές να υποσκάψουν την εµπιστοσύνη των πολιτών στην αποτελεσµατικότητα του δικαστικού συστήµατος. Η καθυστέρηση έκδοσης απόφασης για υπερβολικό χρονικό διάστηµα µπορεί να θεωρηθεί αρνησιδικία, η οποία προσβάλλει και το δικαίωµα πρόσβασης σε δικαστήριο».
Περισσότερα
Βλ. επίσης και εδώ
Τα Νέα
14 Φεβρουαρίου 2011
Μέσα στον καταιγισµό των ειδήσεων για την καταβολή της τέταρτης δόσης του δανείου, τις περιπέτειες του πανεπιστηµιακού ασύλου, άντε και, για να ανοίγουµε και ένα παράθυρο στον κόσµο, για όσα συµβαίνουν στην Τυνησία και την Αίγυπτο, πέρασε στα ψιλά των εφηµερίδων µία σηµαντική απόφαση του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου (Ε∆∆Α). Είναι η απόφαση «Βασίλειος Αθανασίου και άλλοι κατά Ελλάδας» (21.12.2010), η οποία αναφέρεται στο πρόβληµα της υπερβολικής διάρκειας εκδίκασης των υποθέσεων από τα ελληνικά δικαστήρια. Στη συγκεκριµένη περίπτωση, η δίκη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων για την επιδίκαση ενός επιδόµατος σε πρώην στρατιωτικούς διήρκεσε περίπου δεκατέσσερα χρόνια. Η διαδικασία ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας κράτησε από µόνη της περίπου επτά χρόνια. Τώρα θα πείτε, «και πού βρίσκεται το ενδιαφέρον της απόφασης;». Αν κάποιος επισκεφθεί τον ιστότοπο του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου, θα διαπιστώσει ότι τα δέκα τελευταία χρόνια, το Ε∆∆Α έχει εκδώσει πάνω από τριακόσιες αποφάσεις, οι οποίες διαπιστώνουν παραβίαση του δικαιώµατος σε δίκαιη δίκη λόγω των καθυστερήσεων των ελληνικών δικαστηρίων στην εκδίκαση διαφορών.
Η «Βασίλειος Αθανασίου», δεν αποτελεί απλώς άλλη µία παραβίαση στον ήδη µακρύ κατάλογο. Το ενδιαφέρον της απόφασης βρίσκεται στο γεγονός ότι αποτελεί την πρώτη απόφαση - πιλότο (pilot judgement) για την Ελλάδα. Τι σηµαίνει αυτό; Σηµαίνει ότι το Ε∆∆Α δεν περιόρισε την κρίση του αποκλειστικά στην επίδικη διαφορά. Προχώρησε παραπέρα και, µε αφορµή τη συγκεκριµένη υπόθεση, τόνισε ότι η κατάσταση που επικρατεί στη διοικητική δικαιοσύνη σχετικά µε τις υπερβολικές καθυστερήσεις αποτελεί δοµικό πρόβληµα της ελληνικής έννοµης τάξης. Αναφέρθηκε έτσι σε προηγούµενες αποφάσεις του επί του ιδίου προβλήµατος, καθώς και σε αποφάσεις άλλων οργάνων του Συµβουλίου της Ευρώπης, οι οποίες έχουν ήδη κάνει λόγο στο παρελθόν για συστηµικό πρόβληµα της διοικητικής δικαιοσύνης. Χαρακτηριστικά, τονίζεται στην απόφαση ότι από το 2007 µέχρι σήµερα το Ε∆∆Α έχει διαγνώσει επανειληµµένως παραβιάσεις του δικαιώµατος εκδίκασης των διοικητικών διαφορών µέσα σε εύλογο χρόνο σε περισσότερες από πενήντα υποθέσεις. Οπως υπογραµµίζει το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο, σε πολλές περιπτώσεις η δίκη ξεπέρασε τα δέκα χρόνια για τρεις βαθµούς δικαιοδοσίας, ενώ οξύτατο εµφανίζεται το πρόβληµα των καθυστερήσεων ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας. Μάλιστα, το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο τόνισε τη σηµασία του προβλήµατος, δεχόµενο ότι «αυτού του είδους οι καθυστερήσεις είναι ικανές να υποσκάψουν την εµπιστοσύνη των πολιτών στην αποτελεσµατικότητα του δικαστικού συστήµατος. Η καθυστέρηση έκδοσης απόφασης για υπερβολικό χρονικό διάστηµα µπορεί να θεωρηθεί αρνησιδικία, η οποία προσβάλλει και το δικαίωµα πρόσβασης σε δικαστήριο».
Περισσότερα
Βλ. επίσης και εδώ
Sunday, February 13, 2011
Ανυπακοή α λά ελληνικά...
του Χαρίδημου Tσούκα
Καθημερινή
13 Φεβρουαρίου 2011
Οταν στην επίσημη επίσκεψή του στην Αυστραλία, το 2003, ο πρόεδρος Μπους εκφώνησε ομιλία σε κοινή συνεδρία των δύο νομοθετικών σωμάτων της χώρας, η παράσταση δεν ήταν τόσο απρόσκοπτη όσο φανταζόταν. Κάποια στιγμή, ο γερουσιαστής Μπράουν, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος των Πρασίνων, σηκώθηκε από το έδρανό του και διέκοψε με έντονο ύφος τον ομιλητή, διαμαρτυρόμενος για την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ και την απάνθρωπη μεταχείριση των κρατουμένων στο Γκουαντάναμο. Ακολούθησε θόρυβος. Ο πρόεδρος της Βουλής επενέβη άμεσα. Με εντολή του, οι υπεύθυνοι ασφαλείας οδήγησαν τον θορυβοποιό βουλευτή έξω από την αίθουσα, ενώ αποβλήθηκε για 24 ώρες από τη Βουλή! Ο γερουσιαστής δεν αντιστάθηκε. Διαμαρτυρίες δεν ακούστηκαν. Η ομιλία συνεχίστηκε. Αλλά και η διαμαρτυρία καταγράφηκε...
Ηταν μια μικρή πράξη ανυπακοής: η ανάγκη της προσωπικής διαμαρτυρίας κατίσχυσε του σεβασμού των κοινοβουλευτικών κανόνων περί κόσμιας συμπεριφοράς. Ο γερουσιαστής αφενός μεν εξέφρασε με πάθος την άποψή του, αφετέρου δε υπέστη τις συνέπειες της ανορθόδοξης συμπεριφοράς του. Αποδεχόμενος τις σχετικές κυρώσεις, επιβεβαίωσε άρρητα το σεβασμό του στους κανόνες του κοινοβουλίου. Ανυπακοή και υπακοή συνυπήρξαν στο ίδιο επεισόδιο.
Το αυτοαποκαλούμενο «κίνημα ανυπακοής» στην Ελλάδα έχει τόση σχέση με την πολιτική ανυπακοή σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα όση η θρησκόληπτη μισαλλοδοξία με τη χριστιανική αγάπη. Οσοι βανδαλίζουν τα ακυρωτικά μηχανήματα εισιτηρίων στους σταθμούς του μετρό, όσοι αρνούνται να καταβάλουν διόδια στις εθνικές οδούς, όσοι μηχανεύονται τρόπους να πληρώνονται για τις ημέρες της απεργίας τους, όσοι καταλαμβάνουν δημόσια κτίρια ή δεν σέβονται δικαστικές αποφάσεις εγγράφονται λιγότερο στη μακρά δημοκρατική παράδοση της πολιτικής ανυπακοής και περισσότερο στη νεοελληνική παράδοση του ωμού τσαμπουκά – την ιδιοτελή άρνηση υπαγωγής σε κανόνες καθολικής ισχύος. Ενα μακρύ ιστορικό νήμα συνδέει τη σημερινή ανομία με την «αντίσταση» των κοτζαμπάσηδων και των ληστών του 19ου αιώνα στους θεσμούς του νεοσύστατου ελλαδικού κράτους.
Η πολιτική ανυπακοή απαιτεί προσωπικό θάρρος και εκλεπτυσμένη πολιτική κουλτούρα. Οι πολιτικά ανυπάκουοι, όπως ο Γκάντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ή περιβαλλοντικοί ακτιβιστές δεν παρακάμπτουν τις κυρώσεις. Αντιθέτως, τις επιζητούν. Με την αυταπάρνησή τους κερδίζουν ηθικό κύρος, προκειμένου να επιστήσουν την προσοχή της κοινωνίας σε νόμους που θεωρούν άδικους.
Η παρακμιακή Αριστερά, τόσο στη σταλινική όσο και στη ριζοσπαστικά παλιμπαιδίζουσα εκδοχή της, καταγγέλλει την «ποινικοποίηση» της «οργανωμένης ανυπακοής». Δεν αντιλαμβάνεται ότι η ανυπακοή αποκτά έλλογα χαρακτηριστικά, καθίσταται κατανοητή, μόνο όταν εκδηλώνεται στο εσωτερικό μιας κατά νόμον συγκροτημένης πολιτικής κοινότητας. Χωρίς νόμους δεν υφίσταται πολιτική κοινότητα· δίχως κυρώσεις αχρηστεύονται οι νόμοι· χωρίς νόμους δεν έχει καμιά αξία η ανυπακοή.
Περισσότερα
Καθημερινή
13 Φεβρουαρίου 2011
Οταν στην επίσημη επίσκεψή του στην Αυστραλία, το 2003, ο πρόεδρος Μπους εκφώνησε ομιλία σε κοινή συνεδρία των δύο νομοθετικών σωμάτων της χώρας, η παράσταση δεν ήταν τόσο απρόσκοπτη όσο φανταζόταν. Κάποια στιγμή, ο γερουσιαστής Μπράουν, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος των Πρασίνων, σηκώθηκε από το έδρανό του και διέκοψε με έντονο ύφος τον ομιλητή, διαμαρτυρόμενος για την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ και την απάνθρωπη μεταχείριση των κρατουμένων στο Γκουαντάναμο. Ακολούθησε θόρυβος. Ο πρόεδρος της Βουλής επενέβη άμεσα. Με εντολή του, οι υπεύθυνοι ασφαλείας οδήγησαν τον θορυβοποιό βουλευτή έξω από την αίθουσα, ενώ αποβλήθηκε για 24 ώρες από τη Βουλή! Ο γερουσιαστής δεν αντιστάθηκε. Διαμαρτυρίες δεν ακούστηκαν. Η ομιλία συνεχίστηκε. Αλλά και η διαμαρτυρία καταγράφηκε...
Ηταν μια μικρή πράξη ανυπακοής: η ανάγκη της προσωπικής διαμαρτυρίας κατίσχυσε του σεβασμού των κοινοβουλευτικών κανόνων περί κόσμιας συμπεριφοράς. Ο γερουσιαστής αφενός μεν εξέφρασε με πάθος την άποψή του, αφετέρου δε υπέστη τις συνέπειες της ανορθόδοξης συμπεριφοράς του. Αποδεχόμενος τις σχετικές κυρώσεις, επιβεβαίωσε άρρητα το σεβασμό του στους κανόνες του κοινοβουλίου. Ανυπακοή και υπακοή συνυπήρξαν στο ίδιο επεισόδιο.
Το αυτοαποκαλούμενο «κίνημα ανυπακοής» στην Ελλάδα έχει τόση σχέση με την πολιτική ανυπακοή σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα όση η θρησκόληπτη μισαλλοδοξία με τη χριστιανική αγάπη. Οσοι βανδαλίζουν τα ακυρωτικά μηχανήματα εισιτηρίων στους σταθμούς του μετρό, όσοι αρνούνται να καταβάλουν διόδια στις εθνικές οδούς, όσοι μηχανεύονται τρόπους να πληρώνονται για τις ημέρες της απεργίας τους, όσοι καταλαμβάνουν δημόσια κτίρια ή δεν σέβονται δικαστικές αποφάσεις εγγράφονται λιγότερο στη μακρά δημοκρατική παράδοση της πολιτικής ανυπακοής και περισσότερο στη νεοελληνική παράδοση του ωμού τσαμπουκά – την ιδιοτελή άρνηση υπαγωγής σε κανόνες καθολικής ισχύος. Ενα μακρύ ιστορικό νήμα συνδέει τη σημερινή ανομία με την «αντίσταση» των κοτζαμπάσηδων και των ληστών του 19ου αιώνα στους θεσμούς του νεοσύστατου ελλαδικού κράτους.
Η πολιτική ανυπακοή απαιτεί προσωπικό θάρρος και εκλεπτυσμένη πολιτική κουλτούρα. Οι πολιτικά ανυπάκουοι, όπως ο Γκάντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ή περιβαλλοντικοί ακτιβιστές δεν παρακάμπτουν τις κυρώσεις. Αντιθέτως, τις επιζητούν. Με την αυταπάρνησή τους κερδίζουν ηθικό κύρος, προκειμένου να επιστήσουν την προσοχή της κοινωνίας σε νόμους που θεωρούν άδικους.
Η παρακμιακή Αριστερά, τόσο στη σταλινική όσο και στη ριζοσπαστικά παλιμπαιδίζουσα εκδοχή της, καταγγέλλει την «ποινικοποίηση» της «οργανωμένης ανυπακοής». Δεν αντιλαμβάνεται ότι η ανυπακοή αποκτά έλλογα χαρακτηριστικά, καθίσταται κατανοητή, μόνο όταν εκδηλώνεται στο εσωτερικό μιας κατά νόμον συγκροτημένης πολιτικής κοινότητας. Χωρίς νόμους δεν υφίσταται πολιτική κοινότητα· δίχως κυρώσεις αχρηστεύονται οι νόμοι· χωρίς νόμους δεν έχει καμιά αξία η ανυπακοή.
Περισσότερα
Η ουσία των νόμων
του Πάσχου Μανδραβέλη
Καθημερινή
13 Φεβρουαρίου 2011
Οι χρυσαυγίτες με τους αριστεριστές έχουν ακραίες, αλλά και αντίθετες απόψεις. Οι πρώτοι ζητούν να απελαθούν όλοι οι μετανάστες και οι δεύτεροι να νομιμοποιηθούν όλοι. Η διαφορά των απόψεών τους είναι χαοτική.
Η επίλυσή αυτής της διαφοράς έχει δύο δρόμους. Η μία είναι να σφαχτούν (κάτι που επιχειρούν πολλάκις στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα) και στο τέλος να κερδίσουν εκείνοι που έχουν τα πιο γυμνασμένα μπράτσα. Αυτό γινόταν στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, εξουσίαζαν κι επέβαλλαν τις απόψεις τους εκείνοι που είχαν τη μεγαλύτερη δύναμη. Στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, για παράδειγμα, συγκρούσθηκαν στους δρόμους οι δύο ακραίες απόψεις. Απέναντι στους μελανοχιτώνες των ναζί ήταν οι ερυθροχιτώνες των κομμουνιστών. Σφάχτηκαν για μια δεκαετία, περίπου, και στο τέλος κέρδισε ο Χίτλερ με καταστροφικά για τη Γερμανία και τον κόσμο αποτελέσματα.
Ο δεύτερος δρόμος είναι του δημοκρατικού κανόνα. Συζητούνται εξαντλητικά τα θέματα, οι άνθρωποι ψηφίζουν και στο τέλος όλοι -ακόμη κι εκείνοι που διαφωνούν- υποτάσσονται στον κανόνα της πλειοψηφίας. Αυτόν που ονομάζεται νόμος.
Ο δημοκρατικός κανόνας έχει μειονεκτήματα. Κατ’ αρχήν είναι χρονοβόρος. Οι αποφάσεις που προκύπτουν έπειτα από συζήτηση καθυστερούν σημαντικά σε σχέση με τις αποφάσεις εκείνου που έχει τα πιο γυμνασμένα μπράτσα. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι τα αποτελέσματά του δεν είναι ποτέ και για κανέναν τέλεια. Οι νόμοι για να κερδίσουν την πλειοψηφία χρειάζονται συμβιβασμούς. Κάθε συμβιβασμός αναγκαστικά μάς απομακρύνει από το ιδανικό της τελειότητας, που καθένας ξεχωριστά έχει στο μυαλό του.
Επειδή οι νόμοι ποτέ δεν είναι τέλειοι, ο δημοκρατικός κανόνας προβλέπει διαδικασίες αλλαγής των. Είτε διά του Κοινοβουλίου, δηλαδή τη δημιουργία νέας πλειοψηφίας είτε διά των δικαστηρίων.
Περισσότερα
Καθημερινή
13 Φεβρουαρίου 2011
Οι χρυσαυγίτες με τους αριστεριστές έχουν ακραίες, αλλά και αντίθετες απόψεις. Οι πρώτοι ζητούν να απελαθούν όλοι οι μετανάστες και οι δεύτεροι να νομιμοποιηθούν όλοι. Η διαφορά των απόψεών τους είναι χαοτική.
Η επίλυσή αυτής της διαφοράς έχει δύο δρόμους. Η μία είναι να σφαχτούν (κάτι που επιχειρούν πολλάκις στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα) και στο τέλος να κερδίσουν εκείνοι που έχουν τα πιο γυμνασμένα μπράτσα. Αυτό γινόταν στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, εξουσίαζαν κι επέβαλλαν τις απόψεις τους εκείνοι που είχαν τη μεγαλύτερη δύναμη. Στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, για παράδειγμα, συγκρούσθηκαν στους δρόμους οι δύο ακραίες απόψεις. Απέναντι στους μελανοχιτώνες των ναζί ήταν οι ερυθροχιτώνες των κομμουνιστών. Σφάχτηκαν για μια δεκαετία, περίπου, και στο τέλος κέρδισε ο Χίτλερ με καταστροφικά για τη Γερμανία και τον κόσμο αποτελέσματα.
Ο δεύτερος δρόμος είναι του δημοκρατικού κανόνα. Συζητούνται εξαντλητικά τα θέματα, οι άνθρωποι ψηφίζουν και στο τέλος όλοι -ακόμη κι εκείνοι που διαφωνούν- υποτάσσονται στον κανόνα της πλειοψηφίας. Αυτόν που ονομάζεται νόμος.
Ο δημοκρατικός κανόνας έχει μειονεκτήματα. Κατ’ αρχήν είναι χρονοβόρος. Οι αποφάσεις που προκύπτουν έπειτα από συζήτηση καθυστερούν σημαντικά σε σχέση με τις αποφάσεις εκείνου που έχει τα πιο γυμνασμένα μπράτσα. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι τα αποτελέσματά του δεν είναι ποτέ και για κανέναν τέλεια. Οι νόμοι για να κερδίσουν την πλειοψηφία χρειάζονται συμβιβασμούς. Κάθε συμβιβασμός αναγκαστικά μάς απομακρύνει από το ιδανικό της τελειότητας, που καθένας ξεχωριστά έχει στο μυαλό του.
Επειδή οι νόμοι ποτέ δεν είναι τέλειοι, ο δημοκρατικός κανόνας προβλέπει διαδικασίες αλλαγής των. Είτε διά του Κοινοβουλίου, δηλαδή τη δημιουργία νέας πλειοψηφίας είτε διά των δικαστηρίων.
Περισσότερα
Από την αντίσταση στην κομματική στρέβλωση
της Βασιλικής Γεωργιάδου
Το Βήμα
13 Φεβρουαρίου 2011
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ως πολιτική ανυπακοή ορίζεται ένα σύνολο μη θεσμοποιημένων μορφών πολιτικής έκφρασης και μαζικής κινητοποίησης που στοχεύει κατ΄ αρχάς στην ανάδειξη ενός προβλήματος στη δημοσιότητα. Με την πολιτική ανυπακοή ασκείται πίεση από την πλευρά των εντολέων προς τους εντολοδόχους και αξιωματούχους της εξουσίας προκειμένου να αναθεωρηθούν πολιτικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της δημοκρατικής διαδικασίας. Τέτοιες μορφές κινητοποίησης προσλαμβάνουν συχνά χαρακτηριστικά εντυπωσιασμού και πρόκλησης, τα οποία βοηθούν να καταστεί ένα ζήτημα ορατό. Ο εντυπωσιασμός και η πρόκληση αφορούν ωστόσο το στυλ της πολιτικής δράσης, η οποία ως προς το περιεχόμενο και τον συνολικό τρόπο έκφρασής της περιορίζεται από τη δημοκρατική έννομη τάξη.
Σύμφωνα με τον Γιούργκεν Χάμπερμας, κάνοντας λόγο για πολιτική ανυπακοή αναφερόμαστε σε μη βίαιες πράξεις, στις οποίες οι κανόνες δικαίου «παραβιάζονται συμβολικά». Τούτο σημαίνει ότι ενέργειες πολιτικής ανυπακοής στρέφονται μεν κατά του νόμου, εναρμονίζονται όμως με μια υπερκείμενη αρχή του δικαίου, την υπεράσπιση της οποίας επικαλείται η ηθική συνείδηση του ανυπάκουου πολίτη. Επιπλέον, ο ιδεότυπος του ανυπάκουου ενσαρκώνει το πρότυπο του αντι-τζαμπατζή: όχι μόνο δεν επωφελείται από ενέργειες άλλων, όπως κάνει ένας τυπικός λαθρεπιβάτης (freerider), αλλά αναλαμβάνοντας προσωπικό κόστος που φτάνει μέχρι το ρίσκο της ποινικής δίωξης και καταδίκης του επιδιώκει την παραγωγή ενός αποτελέσματος από το οποίο μπορεί να ωφεληθούν πολλοί άλλοι. Στην Ελλάδα αυτό που ονομάστηκε «οργανωμένη (λαϊκή) ανυπακοή» υπήρξε ένα υβρίδιο. Ηταν η απάντηση της παραδοσιακής κομμουνιστικής Αριστεράς στην οικονομική κρίση και το μνημόνιο. Αν κύριο γνώρισμα της πολιτικής ανυπακοής είναι το στοιχείο της αυτοοργάνωσης των πολιτών, στην «οργανωμένη ανυπακοή» είναι το κόμμα που αναλαμβάνει να καθοδηγήσει τις μάζες. Και όχι μόνο αυτό· εκτός από πρωτοπορία, το κόμμα λειτουργεί ως πολιτικός προστάτης, προσφέροντας το αναγκαίο προκάλυμμα για την απόσειση των ατομικών ευθυνών που συνοδεύουν πράξεις μη θεσμοποιημένης πολιτικής δράσης. Το θεματικό ρεπερτόριο της «οργανωμένης ανυπακοής» είναι εξαιρετικά διευρυμένο- από το εισιτήριο στα λεωφορεία και τη μη καταβολή των διοδίων μέχρι τα εξέταστρα στα νοσοκομεία και καθετί που ορίζεται ως «λαϊκό δικαίωμα». Δι ευρυμένος και μαξιμαλιστικός είναι, κυρίως, ο επιδιωκόμενος στόχος μιας τέτοιας δράσης: αντί της συμβολικής παραβίασης των κανόνων προκειμένου οι πολιτικές αποφάσεις να ευθυγραμμιστούν στο πλαίσιο που διαγράφεται από τη δημόσια κριτική και το περί δικαίου αίσθημα, με την «οργανωμένη ανυπακοή» επιδιώκεται η πλήρης ανατροπή- της εξουσίας (για «λαϊκή εξουσία» γίνεται λόγος), της οικονομίας (που θα αντικατασταθεί από μια «λαϊκή οικονομία»), κ.λπ.
Περισσότερα
Το Βήμα
13 Φεβρουαρίου 2011
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ως πολιτική ανυπακοή ορίζεται ένα σύνολο μη θεσμοποιημένων μορφών πολιτικής έκφρασης και μαζικής κινητοποίησης που στοχεύει κατ΄ αρχάς στην ανάδειξη ενός προβλήματος στη δημοσιότητα. Με την πολιτική ανυπακοή ασκείται πίεση από την πλευρά των εντολέων προς τους εντολοδόχους και αξιωματούχους της εξουσίας προκειμένου να αναθεωρηθούν πολιτικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της δημοκρατικής διαδικασίας. Τέτοιες μορφές κινητοποίησης προσλαμβάνουν συχνά χαρακτηριστικά εντυπωσιασμού και πρόκλησης, τα οποία βοηθούν να καταστεί ένα ζήτημα ορατό. Ο εντυπωσιασμός και η πρόκληση αφορούν ωστόσο το στυλ της πολιτικής δράσης, η οποία ως προς το περιεχόμενο και τον συνολικό τρόπο έκφρασής της περιορίζεται από τη δημοκρατική έννομη τάξη.
Σύμφωνα με τον Γιούργκεν Χάμπερμας, κάνοντας λόγο για πολιτική ανυπακοή αναφερόμαστε σε μη βίαιες πράξεις, στις οποίες οι κανόνες δικαίου «παραβιάζονται συμβολικά». Τούτο σημαίνει ότι ενέργειες πολιτικής ανυπακοής στρέφονται μεν κατά του νόμου, εναρμονίζονται όμως με μια υπερκείμενη αρχή του δικαίου, την υπεράσπιση της οποίας επικαλείται η ηθική συνείδηση του ανυπάκουου πολίτη. Επιπλέον, ο ιδεότυπος του ανυπάκουου ενσαρκώνει το πρότυπο του αντι-τζαμπατζή: όχι μόνο δεν επωφελείται από ενέργειες άλλων, όπως κάνει ένας τυπικός λαθρεπιβάτης (freerider), αλλά αναλαμβάνοντας προσωπικό κόστος που φτάνει μέχρι το ρίσκο της ποινικής δίωξης και καταδίκης του επιδιώκει την παραγωγή ενός αποτελέσματος από το οποίο μπορεί να ωφεληθούν πολλοί άλλοι. Στην Ελλάδα αυτό που ονομάστηκε «οργανωμένη (λαϊκή) ανυπακοή» υπήρξε ένα υβρίδιο. Ηταν η απάντηση της παραδοσιακής κομμουνιστικής Αριστεράς στην οικονομική κρίση και το μνημόνιο. Αν κύριο γνώρισμα της πολιτικής ανυπακοής είναι το στοιχείο της αυτοοργάνωσης των πολιτών, στην «οργανωμένη ανυπακοή» είναι το κόμμα που αναλαμβάνει να καθοδηγήσει τις μάζες. Και όχι μόνο αυτό· εκτός από πρωτοπορία, το κόμμα λειτουργεί ως πολιτικός προστάτης, προσφέροντας το αναγκαίο προκάλυμμα για την απόσειση των ατομικών ευθυνών που συνοδεύουν πράξεις μη θεσμοποιημένης πολιτικής δράσης. Το θεματικό ρεπερτόριο της «οργανωμένης ανυπακοής» είναι εξαιρετικά διευρυμένο- από το εισιτήριο στα λεωφορεία και τη μη καταβολή των διοδίων μέχρι τα εξέταστρα στα νοσοκομεία και καθετί που ορίζεται ως «λαϊκό δικαίωμα». Δι ευρυμένος και μαξιμαλιστικός είναι, κυρίως, ο επιδιωκόμενος στόχος μιας τέτοιας δράσης: αντί της συμβολικής παραβίασης των κανόνων προκειμένου οι πολιτικές αποφάσεις να ευθυγραμμιστούν στο πλαίσιο που διαγράφεται από τη δημόσια κριτική και το περί δικαίου αίσθημα, με την «οργανωμένη ανυπακοή» επιδιώκεται η πλήρης ανατροπή- της εξουσίας (για «λαϊκή εξουσία» γίνεται λόγος), της οικονομίας (που θα αντικατασταθεί από μια «λαϊκή οικονομία»), κ.λπ.
Περισσότερα
Ανομική δημοκρατία ή ολιγαρχικός πειρασμός;
του Νικόλα Σεβαστάκη
Το Βήμα
13 Φεβρουαρίου 2011
Από διάφορες πλευρές μάς κατακλύζει η εικόνα μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε ομηρεία από λίγους παντοδύναμους κακούς. Η φωτογραφία φτιάχνεται με σπαράγματα της επικαιρότητας που ανήκουν σε διαφορετικά «είδη» γεγονότων: αγριότητες που εμπίπτουν στη σφαίρα του αστυνομικού δελτίου, απεργιακά συμβάντα, μορφές συλλογικής ανυπακοής για την πληρωμή των διοδίων ή την κατασκευή ΧΥΤΑ. Το πιο σημαντικό είναι εδώ το δημόσιο σχόλιο το οποίο φροντίζει να ενοποιήσει όλες αυτές τις διαφορετικές φέτες της κοινωνικής πραγματικότητας. Για να προκύψει εντέλει ένας πίνακας ανωμαλιών, μια λίστα ανομημάτων και παρεκκλίσεων από τη λογική. Το στόρι προβλέπει οργανωμένες μειοψηφίες στρεφόμενες σαδιστικά εναντίον απροστάτευτων πολιτών, επαγγελματικές κάστες που εκβιάζουν τον δύσμοιρο καταναλωτή, πολιτικούς ακτιβισμούς οι οποίοι εκμεταλλεύονται τα δεινά των πιο αδύναμων για να κάνουν το καπρίτσιο τους. Και το σχήμα προβάλλει περίπου το ίδιο για όλες τις περιπτώσεις. Αν πιστέψουμε αυτή την ιστορία, οι απεργοί γιατροί, για παράδειγμα, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να «βλάπτουν» την υγεία των ασθενών τους. Με τον ίδιο τρόπο άλλωστε βεβαιώθηκε αρμοδίως ότι όσοι συμπαραστάθηκαν ενεργά στην επιλογή των τριακοσίων μεταναστών για απεργία πείνας ζημίωσαν την υπόθεση των ίδιων των μεταναστών. Με άλλα λόγια, σε μια κοινωνία που πέρασε φάσεις ευημερίας δεν επιτρέπεται καμιά εκδοχή ανυπακοής: αυτή είναι κατάλληλη μόνο για τριτοκοσμικές δικτατορίες.
Η πιο πάνω προσέγγιση ανακαλύπτει κατά κανόνα το θέμα της «υπέρβασης των θεμιτών ορίων» με αφορμή κυρίως κινητοποιήσεις, μορφές και τρόπους διαμαρτυρίας. Οσοι την υιοθετούν έχουν την τάση να αποσπούν επιμέρους στιγμιότυπα από το πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγονται και αναπαράγονται τα ρήγματα στο κοινωνικό συμβόλαιο. Αν δεν παραβλέπουν τελείως, υποτιμούν ωστόσο τη βάναυση διασάλευση που έχουν υποστεί οι όροι ζωής ευρύτερων στρωμάτων της κοινωνίας και παρατηρούν αφ΄ υψηλού- αν δεν τις αμφισβητούν ανοιχτά - τις σημαντικές υλικές και ψυχικές απώλειες των υποκειμένων. Βλέπουμε έτσι να ταυτίζεται η ευνομία με κάποια μεταφυσική υπέρβαση των κοινωνικών ανταγωνισμών και της διαπάλης των συμφερόντων. Ενώ και η ορθή κοινωνική συνείδηση συγχέεται με τη συμμόρφωση των πολιτών σε μία και μοναδική ερμηνεία για το γενικό συμφέρον και το δημόσιο αγαθό.
Περισσότερα
Το Βήμα
13 Φεβρουαρίου 2011
Από διάφορες πλευρές μάς κατακλύζει η εικόνα μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε ομηρεία από λίγους παντοδύναμους κακούς. Η φωτογραφία φτιάχνεται με σπαράγματα της επικαιρότητας που ανήκουν σε διαφορετικά «είδη» γεγονότων: αγριότητες που εμπίπτουν στη σφαίρα του αστυνομικού δελτίου, απεργιακά συμβάντα, μορφές συλλογικής ανυπακοής για την πληρωμή των διοδίων ή την κατασκευή ΧΥΤΑ. Το πιο σημαντικό είναι εδώ το δημόσιο σχόλιο το οποίο φροντίζει να ενοποιήσει όλες αυτές τις διαφορετικές φέτες της κοινωνικής πραγματικότητας. Για να προκύψει εντέλει ένας πίνακας ανωμαλιών, μια λίστα ανομημάτων και παρεκκλίσεων από τη λογική. Το στόρι προβλέπει οργανωμένες μειοψηφίες στρεφόμενες σαδιστικά εναντίον απροστάτευτων πολιτών, επαγγελματικές κάστες που εκβιάζουν τον δύσμοιρο καταναλωτή, πολιτικούς ακτιβισμούς οι οποίοι εκμεταλλεύονται τα δεινά των πιο αδύναμων για να κάνουν το καπρίτσιο τους. Και το σχήμα προβάλλει περίπου το ίδιο για όλες τις περιπτώσεις. Αν πιστέψουμε αυτή την ιστορία, οι απεργοί γιατροί, για παράδειγμα, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να «βλάπτουν» την υγεία των ασθενών τους. Με τον ίδιο τρόπο άλλωστε βεβαιώθηκε αρμοδίως ότι όσοι συμπαραστάθηκαν ενεργά στην επιλογή των τριακοσίων μεταναστών για απεργία πείνας ζημίωσαν την υπόθεση των ίδιων των μεταναστών. Με άλλα λόγια, σε μια κοινωνία που πέρασε φάσεις ευημερίας δεν επιτρέπεται καμιά εκδοχή ανυπακοής: αυτή είναι κατάλληλη μόνο για τριτοκοσμικές δικτατορίες.
Η πιο πάνω προσέγγιση ανακαλύπτει κατά κανόνα το θέμα της «υπέρβασης των θεμιτών ορίων» με αφορμή κυρίως κινητοποιήσεις, μορφές και τρόπους διαμαρτυρίας. Οσοι την υιοθετούν έχουν την τάση να αποσπούν επιμέρους στιγμιότυπα από το πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγονται και αναπαράγονται τα ρήγματα στο κοινωνικό συμβόλαιο. Αν δεν παραβλέπουν τελείως, υποτιμούν ωστόσο τη βάναυση διασάλευση που έχουν υποστεί οι όροι ζωής ευρύτερων στρωμάτων της κοινωνίας και παρατηρούν αφ΄ υψηλού- αν δεν τις αμφισβητούν ανοιχτά - τις σημαντικές υλικές και ψυχικές απώλειες των υποκειμένων. Βλέπουμε έτσι να ταυτίζεται η ευνομία με κάποια μεταφυσική υπέρβαση των κοινωνικών ανταγωνισμών και της διαπάλης των συμφερόντων. Ενώ και η ορθή κοινωνική συνείδηση συγχέεται με τη συμμόρφωση των πολιτών σε μία και μοναδική ερμηνεία για το γενικό συμφέρον και το δημόσιο αγαθό.
Περισσότερα
Αυτό που δεν κατάλαβαν οι δικαστές
του Γιώργου Κουβελάκη
Το Βήμα
13 Φεβρουαρίου 2011
Ετσι λοιπόν· ένα τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι ο συνταγματικός νομοθέτης «εμερίμνησε να διαφυλάξει την εθνική ομοιογένεια του κράτους» και ότι ο νόμος που καθορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης ιθαγένειας δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στο «σταθερό κριτήριο του δικαίου του αίματος, δηλαδή την καταγωγή από έλληνες γονείς». Συνέπεια αυτής της σκέψης ήταν να κριθεί αντισυνταγματικός ο πρόσφατος νόμος, που δεν ακολούθησε το παραπάνω σκεπτικό.
Η απόφαση ξάφνιασε πολλούς, κυρίως εκείνους που έχουν συνδέσει το Συμβούλιο της Επικρατείας με την εικόνα ενός εξωστρεφούς και ανοιχτού σώματος και την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών.
Περισσότερα
Το Βήμα
13 Φεβρουαρίου 2011
Ετσι λοιπόν· ένα τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι ο συνταγματικός νομοθέτης «εμερίμνησε να διαφυλάξει την εθνική ομοιογένεια του κράτους» και ότι ο νόμος που καθορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης ιθαγένειας δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στο «σταθερό κριτήριο του δικαίου του αίματος, δηλαδή την καταγωγή από έλληνες γονείς». Συνέπεια αυτής της σκέψης ήταν να κριθεί αντισυνταγματικός ο πρόσφατος νόμος, που δεν ακολούθησε το παραπάνω σκεπτικό.
Η απόφαση ξάφνιασε πολλούς, κυρίως εκείνους που έχουν συνδέσει το Συμβούλιο της Επικρατείας με την εικόνα ενός εξωστρεφούς και ανοιχτού σώματος και την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών.
Περισσότερα
Friday, February 11, 2011
Sarkozy under pressure as French judges take to the streets
Guardian
February 10, 2011
Thousands of judges and lawyers have taken to the streets in unprecedented protests against Nicolas Sarkozy, paralysing the legal system and shutting down almost all France's courthouses this week.
Magistrates' unions have for days expressed outrage at the president by hearing only urgent cases, after the president used a shocking murder case to attack judges for being too lax.
The gruesome Laetitia case gripped France after a teenage waitress disappeared one night after her shift in western France. Her severed limbs and head were found in the waters of an abandoned quarry after a lengthy search, but the rest of her remains have not been recovered. The suspect, a 31-year-old, refused to co-operate with the search or the inquiry. Recently out of prison after completing a sentence, he had 15 previous convictions.
The case struck a chord with Sarkozy's longrunning campaign to appeal to the rightwing vote by cracking down on repeat offenders. Sarkozy publicly branded the suspect "presumed guilty", slammed judges for incompetence and making mistakes after his prison release, and said: "Our duty is to protect society from these monsters."
Judges were furious that Sarkozy would declare a suspect guilty before either a trial or the end of investigations. They accused him of using the case to boost his "tough on crime" image ahead of what will be a tough race for presidential re-election next year.
"It's an old habit of his, using people's legitimate feelings of outrage ... for ends that are clearly electoral and demagogical," said Nicolas Leger, national secretary of the USM magistrates' union.
More
February 10, 2011
Thousands of judges and lawyers have taken to the streets in unprecedented protests against Nicolas Sarkozy, paralysing the legal system and shutting down almost all France's courthouses this week.
Magistrates' unions have for days expressed outrage at the president by hearing only urgent cases, after the president used a shocking murder case to attack judges for being too lax.
The gruesome Laetitia case gripped France after a teenage waitress disappeared one night after her shift in western France. Her severed limbs and head were found in the waters of an abandoned quarry after a lengthy search, but the rest of her remains have not been recovered. The suspect, a 31-year-old, refused to co-operate with the search or the inquiry. Recently out of prison after completing a sentence, he had 15 previous convictions.
The case struck a chord with Sarkozy's longrunning campaign to appeal to the rightwing vote by cracking down on repeat offenders. Sarkozy publicly branded the suspect "presumed guilty", slammed judges for incompetence and making mistakes after his prison release, and said: "Our duty is to protect society from these monsters."
Judges were furious that Sarkozy would declare a suspect guilty before either a trial or the end of investigations. They accused him of using the case to boost his "tough on crime" image ahead of what will be a tough race for presidential re-election next year.
"It's an old habit of his, using people's legitimate feelings of outrage ... for ends that are clearly electoral and demagogical," said Nicolas Leger, national secretary of the USM magistrates' union.
More
Tuesday, February 8, 2011
Greek protests show democracy in action
by Costas Douzinas
Guardian
February 7, 2011
The Greek minister for public transport, Dimitris Reppas, stated last week that the government would not let "Greece [be] exposed to the risk of international disrepute and marginalisation, [the] destination of countries characterised by anomie. The attack on the social acceptability of the free-rider and the political dismantling of its simulacrum of progressiveness is paramount."
The harassed minister was referring to the mass protests that have gripped Greece in the last month. They include the "can't pay, wont pay" movement which encourages people to stop paying the extortionate tolls on Greece's atrocious roads or the public transport fares which went up 40% last week. Doctors have been on strike for a week and have occupied the ministry of health; strikes by public transport employees, despite repeated court decisions declaring them unlawful, have brought Athens to a standstill. A pending farmers' strike will complete the picture. Greece has entered a period of crisis highlighted by the condemnation of the inhumanity of the treatment of refugees by the European court of human rights last week. The minister confirmed it. When governments start claiming that citizens have an absolute duty to obey the law, they implicitly recognise that their policies – and therefore their moral authority – have failed.
What the minister, in his ignorance and desperation, called "anomie", political and legal theory examines under the term "civil disobedience". From Antigone to the campaigners for workers' and civil rights, pacifists, suffragettes and conscientious objectors, disobedience is not simple illegality. It is the outward sign of moral conscience and of political fidelity to the principles of justice and democracy. Throughout history, disobedience has changed regimes, constitutions and laws – as we are currently witnessing in Egypt.
The mass disobedience against racial discrimination and the Vietnam war in the US in the 60s and 70s led to a major debate among judges and political philosophers, which concluded that in certain circumstances disobedience was not only allowed but required – and the courts must protect those who undertake it. The argument following classical liberal philosophy went as follows. Political power is legitimate when it promotes individual autonomy. In its Rousseauian version, we the people are both legislators and subjects, masters and servants. Citizens have given their implicit consent to the constitution and government in a real or virtual social contract and have promised their obedience in return for laws that promote the common good and justice.
More
Guardian
February 7, 2011
The Greek minister for public transport, Dimitris Reppas, stated last week that the government would not let "Greece [be] exposed to the risk of international disrepute and marginalisation, [the] destination of countries characterised by anomie. The attack on the social acceptability of the free-rider and the political dismantling of its simulacrum of progressiveness is paramount."
The harassed minister was referring to the mass protests that have gripped Greece in the last month. They include the "can't pay, wont pay" movement which encourages people to stop paying the extortionate tolls on Greece's atrocious roads or the public transport fares which went up 40% last week. Doctors have been on strike for a week and have occupied the ministry of health; strikes by public transport employees, despite repeated court decisions declaring them unlawful, have brought Athens to a standstill. A pending farmers' strike will complete the picture. Greece has entered a period of crisis highlighted by the condemnation of the inhumanity of the treatment of refugees by the European court of human rights last week. The minister confirmed it. When governments start claiming that citizens have an absolute duty to obey the law, they implicitly recognise that their policies – and therefore their moral authority – have failed.
What the minister, in his ignorance and desperation, called "anomie", political and legal theory examines under the term "civil disobedience". From Antigone to the campaigners for workers' and civil rights, pacifists, suffragettes and conscientious objectors, disobedience is not simple illegality. It is the outward sign of moral conscience and of political fidelity to the principles of justice and democracy. Throughout history, disobedience has changed regimes, constitutions and laws – as we are currently witnessing in Egypt.
The mass disobedience against racial discrimination and the Vietnam war in the US in the 60s and 70s led to a major debate among judges and political philosophers, which concluded that in certain circumstances disobedience was not only allowed but required – and the courts must protect those who undertake it. The argument following classical liberal philosophy went as follows. Political power is legitimate when it promotes individual autonomy. In its Rousseauian version, we the people are both legislators and subjects, masters and servants. Citizens have given their implicit consent to the constitution and government in a real or virtual social contract and have promised their obedience in return for laws that promote the common good and justice.
More
Monday, February 7, 2011
Ο Παραλογισμός της Βίας
Τα Νέα
Κύριο Άρθρο
7 Φεβρουαρίου 2011
Εκεί όπου δεν υπάρχει νόµος δεν υπάρχει ελευθερία, γιατί ελευθερία είναι να µην υφίστασαι τη βία του άλλου και αυτό θα ήταν αδύνατο χωρίς τον νόµο» έλεγε πριν από τρεις αιώνες ο άγγλος φιλόσοφος Τζον Λοκ.
Ακριβώς αυτό το ζήτηµα της σχέσης ανάµεσα στην ελευθερία και στον νόµο αναβιώνει τον τελευταίο καιρό στην ελληνική επικράτεια.
Ανέκαθεν υπήρχαν κρούσµατα παραβίασης του νόµου, κατάχρησης της ελευθερίας και ενίοτε αυτοδικίας.
Τελευταία όµως εµφανίζεται ένα νέο φαινόµενο που φθάνει στα όρια του παραλόγου.
Πρόσωπα και µικρές οµάδες δεν κάνουν απλώς κατάχρηση της ελευθερίας που παρέχει η Γ’ Ελληνική ∆ηµοκρατία, ούτε παραβιάζουν απλώς τον νόµο.
Αξιώνουν από τους άλλους να κάνουν το ίδιο! Ή να ορίσουν τη ζωή τους και τις επιλογές τους όπως κρίνουν αυτές οι οµάδες.
Ο πειθαναγκασµός επιβάλλεται ακόµη και µε τη βία σε ορισµένες περιπτώσεις, ενώ σε άλλες παίρνει χαρακτηριστικά οργανωµένης επίθεσης µε αυτοσχέδιο οπλισµό.
Περισσότερα
Κύριο Άρθρο
7 Φεβρουαρίου 2011
Εκεί όπου δεν υπάρχει νόµος δεν υπάρχει ελευθερία, γιατί ελευθερία είναι να µην υφίστασαι τη βία του άλλου και αυτό θα ήταν αδύνατο χωρίς τον νόµο» έλεγε πριν από τρεις αιώνες ο άγγλος φιλόσοφος Τζον Λοκ.
Ακριβώς αυτό το ζήτηµα της σχέσης ανάµεσα στην ελευθερία και στον νόµο αναβιώνει τον τελευταίο καιρό στην ελληνική επικράτεια.
Ανέκαθεν υπήρχαν κρούσµατα παραβίασης του νόµου, κατάχρησης της ελευθερίας και ενίοτε αυτοδικίας.
Τελευταία όµως εµφανίζεται ένα νέο φαινόµενο που φθάνει στα όρια του παραλόγου.
Πρόσωπα και µικρές οµάδες δεν κάνουν απλώς κατάχρηση της ελευθερίας που παρέχει η Γ’ Ελληνική ∆ηµοκρατία, ούτε παραβιάζουν απλώς τον νόµο.
Αξιώνουν από τους άλλους να κάνουν το ίδιο! Ή να ορίσουν τη ζωή τους και τις επιλογές τους όπως κρίνουν αυτές οι οµάδες.
Ο πειθαναγκασµός επιβάλλεται ακόµη και µε τη βία σε ορισµένες περιπτώσεις, ενώ σε άλλες παίρνει χαρακτηριστικά οργανωµένης επίθεσης µε αυτοσχέδιο οπλισµό.
Περισσότερα
Friday, February 4, 2011
Λαός ή έθνος;
της Λίνας Παπαδοπούλου
Έθνος
4 Φεβρουαρίου 2011
Με την πρόσφατη απόφασή του 350/2011 το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ως αντισυνταγματικές -και παρέπεμψε στην Ολομέλεια για τελική κρίση- τις διατάξεις του νόμου 3838/2010 που προβλέπουν τη δυνατότητα πολιτογράφησης μεταναστών βάσει των αντικειμενικών προϋποθέσεων της γέννησης στην Ελλάδα από νομίμως και μονίμως, για τουλάχιστον πέντε έτη, διαμένοντες γονείς ή της επιτυχούς εξαετούς φοίτησης σε ελληνικό σχολείο.
Για το Δικαστήριο η πολιτογράφηση επιτρέπεται μόνο στη βάση εξατομικευμένης και υποκειμενικής κρίσης για το αν ο αιτών έχει αναπτύξει «ελληνική συνείδηση» και μόνο κατ’ εξαίρεση, καθώς προκρίνεται το «δίκαιο του αίματος», προκειμένου να μην «αποσυντίθεται η έννοια του έθνους» και να περιφρουρείται η «εθνική ομοιογένεια». Το έθνος αναγνωρίζεται ως υπερβαίνον «χρονικά την εν ζωή κοινότητα των ανθρώπων και τα γεωγραφικά όρια του ελληνικού κράτους» με έντονο το υποκειμενικό- κοινωνιοψυχολογικό στοιχείο της «συνείδησης», που οικοδομείται πάνω σε αντικειμενικές, πολιτισμικές προϋποθέσεις, και άρα ως μία νομική έννοια διαφορετική από τον «λαό». Σύμφωνα με αυτή την οργανική εννοιολόγηση του έθνους, η «εθνική συνείδηση» και κατ’ επέκταση η ιθαγένεια προϋπάρχει και κληρονομείται, ωσάν να ήταν γενετικό χαρακτηριστικό. Κατά λογική ακολουθία, η έλλειψη των προϋποθέσεων αυτών (γραμμής αίματος και συνείδησης) θα επέτρεπε ακόμη και την αφαίρεση της ιθαγένειας. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ιστορικά η συγκεκριμένη αντίληψη έχει συμβάλει στον εθνικό διχασμό, αλλού και άλλοτε δε, στο όνομα της «εθνικής ομοιογένειας», έχει νομιμοποιήσει ακόμη και βίαιες εθνοκαθάρσεις.
Η αντίληψη αυτή, ωστόσο, δεν βρίσκει έρεισμα στο ελληνικό Σύνταγμα, βάσει του οποίου και μόνο δικαιούται και υποχρεούται κάθε Δικαστήριο να κρίνει την πιθανή αντισυνταγματικότητα νομοθετικών διατάξεων. Κατ' αρχάς, το άρθρο 4§3Σ προβλέπει ότι «Ελληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος» χωρίς να προβλέπεται η υποχρεωτικότητα του «δικαίου του αίματος». Εξάλλου, το άρθρο 16§2Σ, που και το ίδιο το Δικαστήριο επικαλείται, κατοχυρώνει ως σκοπό της εκπαίδευσης την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης -η οποία δεν μπορεί να νοηθεί παρά ως εμπεριέχουσα τις αρχές του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού- αποδεχόμενο εμμέσως πλην σαφώς ότι η τελευταία οικοδομείται.
Περισσότερα
Εδώ θα βρείτε μια πιο εκτεταμένη εκδοχή
Έθνος
4 Φεβρουαρίου 2011
Με την πρόσφατη απόφασή του 350/2011 το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ως αντισυνταγματικές -και παρέπεμψε στην Ολομέλεια για τελική κρίση- τις διατάξεις του νόμου 3838/2010 που προβλέπουν τη δυνατότητα πολιτογράφησης μεταναστών βάσει των αντικειμενικών προϋποθέσεων της γέννησης στην Ελλάδα από νομίμως και μονίμως, για τουλάχιστον πέντε έτη, διαμένοντες γονείς ή της επιτυχούς εξαετούς φοίτησης σε ελληνικό σχολείο.
Για το Δικαστήριο η πολιτογράφηση επιτρέπεται μόνο στη βάση εξατομικευμένης και υποκειμενικής κρίσης για το αν ο αιτών έχει αναπτύξει «ελληνική συνείδηση» και μόνο κατ’ εξαίρεση, καθώς προκρίνεται το «δίκαιο του αίματος», προκειμένου να μην «αποσυντίθεται η έννοια του έθνους» και να περιφρουρείται η «εθνική ομοιογένεια». Το έθνος αναγνωρίζεται ως υπερβαίνον «χρονικά την εν ζωή κοινότητα των ανθρώπων και τα γεωγραφικά όρια του ελληνικού κράτους» με έντονο το υποκειμενικό- κοινωνιοψυχολογικό στοιχείο της «συνείδησης», που οικοδομείται πάνω σε αντικειμενικές, πολιτισμικές προϋποθέσεις, και άρα ως μία νομική έννοια διαφορετική από τον «λαό». Σύμφωνα με αυτή την οργανική εννοιολόγηση του έθνους, η «εθνική συνείδηση» και κατ’ επέκταση η ιθαγένεια προϋπάρχει και κληρονομείται, ωσάν να ήταν γενετικό χαρακτηριστικό. Κατά λογική ακολουθία, η έλλειψη των προϋποθέσεων αυτών (γραμμής αίματος και συνείδησης) θα επέτρεπε ακόμη και την αφαίρεση της ιθαγένειας. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ιστορικά η συγκεκριμένη αντίληψη έχει συμβάλει στον εθνικό διχασμό, αλλού και άλλοτε δε, στο όνομα της «εθνικής ομοιογένειας», έχει νομιμοποιήσει ακόμη και βίαιες εθνοκαθάρσεις.
Η αντίληψη αυτή, ωστόσο, δεν βρίσκει έρεισμα στο ελληνικό Σύνταγμα, βάσει του οποίου και μόνο δικαιούται και υποχρεούται κάθε Δικαστήριο να κρίνει την πιθανή αντισυνταγματικότητα νομοθετικών διατάξεων. Κατ' αρχάς, το άρθρο 4§3Σ προβλέπει ότι «Ελληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος» χωρίς να προβλέπεται η υποχρεωτικότητα του «δικαίου του αίματος». Εξάλλου, το άρθρο 16§2Σ, που και το ίδιο το Δικαστήριο επικαλείται, κατοχυρώνει ως σκοπό της εκπαίδευσης την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης -η οποία δεν μπορεί να νοηθεί παρά ως εμπεριέχουσα τις αρχές του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού- αποδεχόμενο εμμέσως πλην σαφώς ότι η τελευταία οικοδομείται.
Περισσότερα
Εδώ θα βρείτε μια πιο εκτεταμένη εκδοχή
Thursday, February 3, 2011
Οι δικαστές ως φύλακες του έθνους
του Σταύρου Τσακυράκη
Τα Νέα
3 Φεβρουαρίου 2011
Το ΣΤΕ έκρινε αντισυνταγµατικό τον νόµο που όριζε τις προϋποθέσεις απόκτησης ιθαγένειας αλλοδαπών, καθώς και το δικαίωµα ψήφου τους στις εκλογές Αυτοδιοίκησης. Το σκεπτικό ότι ο νόµος αντιβαίνει στις περί έθνους διατάξεις του Συντάγµατος δεν είναι απλώς νοµικά λανθασµένο, αλλά συντονίζεται µε τις πιο «µαύρες» σελίδες της νοµικο-πολιτικής παράδοσής µας. Είναι λανθασµένο διότι επιχειρεί να δώσει κανονιστικό περιεχόµενο στις έννοιες έθνος και εθνική κυριαρχία, δηλαδή σε έννοιες κατ' εξοχήν νεφελώδεις, που η θέση τους στο Σύνταγµα µόνον ιστορικά εξηγείται. Το χειρότερο, όµως, είναι ότι επιχειρεί να τους δώσει περιεχόµενο διαφορετικό και υπερισχύον της λαϊκής βούλησης και της λαϊκής κυριαρχίας. Με άλλα λόγια εκλαµβάνει ότι πάνω από τη βούληση του νοµοθετικού σώµατος, που εκπροσωπεί τον λαό, υπάρχει η έννοια του έθνους που έχει συγκεκριµένο κανονιστικό περιεχόµενο, το οποίο υπερισχύει και περιορίζει τις επιλογές. Παλιά η αντιπαράθεση έθνους και λαού, όπως έχει εξηγήσει ο Αριστόβουλος Μάνεσης (Αι Εγγυήσεις Τηρήσεως του Συντάγµατος), είχε ως αποτέλεσµα την περιφρόνηση της δηµοκρατικής αρχής. Για παράδειγµα ο βασιλιάς µπορούσε να διεκδικεί για τον εαυτό του την αντιπροσώπευση του έθνους και να αντιτάσσεται στη βούληση του λαού.
Παρόµοιο ρόλο φαίνεται να διεκδικεί µε την απόφασή του το ΣΤΕ. Η απόφαση αραδιάζει όλες τις διατάξεις του Συντάγµατος που περιέχουν τη λέξη έθνος ή εθνικό θεωρώντας ότι υπαγορεύουν κάτι συγκεκριµένο και διαφορετικό από τη βούληση του νοµοθέτη. Υποθέτω ότι µε την ίδια λογική θα µπορούσαν να κρίνουν ως αντισυνταγµατικό οποιονδήποτε νόµο θεωρούν ότι αντιβαίνει στα εθνικά συµφέροντα ή παράνοµη την εκλογή ενός βουλευτή, αν έκριναν ότι αυτός δεν αντιπροσωπεύει το έθνος.
Περισσότερα
Τα Νέα
3 Φεβρουαρίου 2011
Το ΣΤΕ έκρινε αντισυνταγµατικό τον νόµο που όριζε τις προϋποθέσεις απόκτησης ιθαγένειας αλλοδαπών, καθώς και το δικαίωµα ψήφου τους στις εκλογές Αυτοδιοίκησης. Το σκεπτικό ότι ο νόµος αντιβαίνει στις περί έθνους διατάξεις του Συντάγµατος δεν είναι απλώς νοµικά λανθασµένο, αλλά συντονίζεται µε τις πιο «µαύρες» σελίδες της νοµικο-πολιτικής παράδοσής µας. Είναι λανθασµένο διότι επιχειρεί να δώσει κανονιστικό περιεχόµενο στις έννοιες έθνος και εθνική κυριαρχία, δηλαδή σε έννοιες κατ' εξοχήν νεφελώδεις, που η θέση τους στο Σύνταγµα µόνον ιστορικά εξηγείται. Το χειρότερο, όµως, είναι ότι επιχειρεί να τους δώσει περιεχόµενο διαφορετικό και υπερισχύον της λαϊκής βούλησης και της λαϊκής κυριαρχίας. Με άλλα λόγια εκλαµβάνει ότι πάνω από τη βούληση του νοµοθετικού σώµατος, που εκπροσωπεί τον λαό, υπάρχει η έννοια του έθνους που έχει συγκεκριµένο κανονιστικό περιεχόµενο, το οποίο υπερισχύει και περιορίζει τις επιλογές. Παλιά η αντιπαράθεση έθνους και λαού, όπως έχει εξηγήσει ο Αριστόβουλος Μάνεσης (Αι Εγγυήσεις Τηρήσεως του Συντάγµατος), είχε ως αποτέλεσµα την περιφρόνηση της δηµοκρατικής αρχής. Για παράδειγµα ο βασιλιάς µπορούσε να διεκδικεί για τον εαυτό του την αντιπροσώπευση του έθνους και να αντιτάσσεται στη βούληση του λαού.
Παρόµοιο ρόλο φαίνεται να διεκδικεί µε την απόφασή του το ΣΤΕ. Η απόφαση αραδιάζει όλες τις διατάξεις του Συντάγµατος που περιέχουν τη λέξη έθνος ή εθνικό θεωρώντας ότι υπαγορεύουν κάτι συγκεκριµένο και διαφορετικό από τη βούληση του νοµοθέτη. Υποθέτω ότι µε την ίδια λογική θα µπορούσαν να κρίνουν ως αντισυνταγµατικό οποιονδήποτε νόµο θεωρούν ότι αντιβαίνει στα εθνικά συµφέροντα ή παράνοµη την εκλογή ενός βουλευτή, αν έκριναν ότι αυτός δεν αντιπροσωπεύει το έθνος.
Περισσότερα
Subscribe to:
Posts (Atom)






























