Thursday, March 10, 2011

Κανένας Νόμος να μην Περιορίζει την Ελευθερία του Λόγου και της Έκφρασης

του Αριστείδη Χατζή

Το Βήμα

10 Μαρτίου 2011

Στις 4 Οκτωβρίου 1976 ο Frank Collin, ηγέτης μιας μικρής ομάδας νεοναζί στο Σικάγο ζήτησε άδεια για να παρελάσει με την ομάδα του στο προάστιο Σκόκι. Οι δημοτικές αρχές έθεσαν κάποιες προϋποθέσεις που καθιστούσαν αδύνατη την παρέλαση και οι νεοναζί κατέφυγαν στα δικαστήρια.

Στις 28 Απριλίου 1977 το τοπικό δικαστήριο δικαίωσε τον δήμο καθώς στο Σκόκι οι 40.000 από τους 70.000 κατοίκους του ήταν εβραϊκής καταγωγής, οι 5.000 μάλιστα από αυτούς ήταν επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος. Γι’ αυτό άλλωστε οι νεοναζί επέλεξαν το Σκόκι για την παρέλασή τους. Στην παρέλαση αυτή σχεδίαζαν να φορέσουν στολές του γερμανικού ναζιστικού κόμματος και να φέρουν σημαίες με σβάστικες.

Ο στόχος των ναζί ήταν προφανής: η παρέλαση μπροστά από τα σπίτια ανθρώπων που επέζησαν από το ολοκαύτωμα ή έστω ανθρώπων που έχασαν αγαπημένα πρόσωπα σ’ αυτό θα προκαλούσε ισχυρή ψυχική οδύνη στον εβραϊκής καταγωγής πληθυσμό του Σκόκι.

Αυτό ισχυρίστηκαν οι δικηγόροι της κοινότητας του Σκόκι στα δικαστήρια, τονίζοντας ακόμα ότι ο λόγος μίσους, ο ρατσιστικός και μισαλλόδοξος λόγος, δεν θα πρέπει να προστατεύεται καθώς ισοδυναμεί με φυσική βία (και ορισμένες φορές είναι πολύ πιο οδυνηρός). Επιπλέον η παρουσία των Ναζί στο Σκόκι θα οδηγούσε οπωσδήποτε σε βίαιες συγκρούσεις που δεν θα μπορούσαν να ελεγχθούν από τις αρχές.

Όμως οι νεοναζί βρήκαν έναν ανεπιθύμητο γι’ αυτούς σύμμαχο. Την American Civil Liberties Union (ACLU), τη μεγαλύτερη φιλελεύθερη οργάνωση προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων στις Η.Π.Α. Η ACLU κατέφυγε στα ομοσπονδιακά δικαστήρια και κέρδισε εκ μέρους των νεοναζί όλες τις δικαστικές διαμάχες με αποκορύφωμα τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου της Πολιτείας του Ιλλινόι και του 7ου Περιφερειακού Εφετείου.

Τα αμερικάνικα δικαστήρια δικαίωσαν ουσιαστικά όχι τους Ναζί (που τελικά δεν παρέλασαν στο Σκόκι) αλλά την ACLU που έδωσε και συνεχίζει να δίνει αγώνες για την μεγαλύτερη δυνατή προστασία της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης που την έχει κατοχυρώσει η περίφημη πρώτη τροποποίηση του Αμερικανικού Συντάγματος:

«Το Κογκρέσο δεν θα θεσπίσει κανένα νόμο που να περιορίζει την ελευθερία του λόγου ή του τύπου.»

Και «όταν λέμε κανέναν, εννοούμε κανένα νόμο» έλεγε ο ανώτατος αμερικανός δικαστής Hugo Black. Αν και η ACLU έχασε 30.000 μέλη και $500.000 σε εισφορές δεν υποχώρησε, ενώ πολλοί από τους δικηγόρους της που υπερασπίστηκαν με πάθος το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης των ναζί ήταν εβραϊκής καταγωγής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ


Εδώ θα βρεις το Σχέδιο Νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης με θέμα «Καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου».

Εδώ, εδώ και εδώ θα βρείς περισσότερα για την πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. και εδώ και εδώ για την πρόσφατη απόφαση του Richard Posner στο 7ο Περιφερειακό Εφετείο των Η.Π.Α. 

Εδώ θα δείτε πώς αντέδρασαν οι αμερικανοί γελοιογράφοι (όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων) στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Για το ελληνικό σχέδιο νόμου διάβασε εδώ και εδώ άρθρα του Πάσχου Μανδραβέλη στην Καθημερινή και εδώ άρθρο του Νάσου Θεοδωρίδη στην Αυγή.

Εδώ θα βρεις το blog του νομικού Βασίλη Σωτηρόπουλου ο οποίος έχει αρκετά διαφορετικές απόψεις από τις δικές μου και υπερασπίζεται με ενδιαφέροντα επιχειρήματα την ποινικοποίηση του ρατσιστικού και μισαλλόδοξου λόγου. 

Εδώ, εδώ, εδώ και εδώ μπορείς να βρεις online editions του On Liberty του John Stuart Mill.


ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ SKOKIE 

Διάβασε το άρθρο του Geoffrey R. Stone, "Remembering the Nazis in Skokie"

και το πολύ ενδιαφέρον ρεπορτάζ των New York Times



Βλ. εδώ την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των Η.Π.Α.


Μάθε περισσότερα για την American Civil Liberties Union

Για περισσότερες πληροφορίες διάβασε ένα από τα παρακάτω βιβλία:



και δες αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα τηλεταινία:

Sunday, March 6, 2011

Μικρό και χρήσιμο Σύνταγμα

του Πάσχου Μανδραβέλη

Καθημερινή

6 Μαρτίου 2011

Τι είναι το Σύνταγμα; Μην είναι οι κάμποι; Μην είναι τ’ άσπαρτα ψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα; Στην Ελλάδα, οι πολιτικοί θεωρούν το Σύνταγμα κάτι σαν το κατάρτι του Οδυσσέα. Ενα πράγμα που τους δένει για να μην υποκύπτουν στις σειρήνες του λαϊκισμού. Ετσι έγινε συνταγματική επιταγή η απαγόρευση μονιμοποίησης των συμβασιούχων του Δημοσίου· κάτι που θα μπορούσε να προβλέπεται από έναν απλό νόμο. Συνταγματικά, επίσης, επιχειρήθηκε να προστατευτεί το ήθος των βουλευτών, δηλαδή να μη δουλεύουν το πρωί στη Βουλή και το απόγευμα να γίνονται θεράποντες δικηγόροι κατηγορουμένων για διάφορα εγκλήματα. Κατά τον ίδιο τρόπο έγινε συνταγματική διάταξη και ο βασικός μέτοχος, σε μια προσπάθεια να μην υποκύπτουν οι υπουργοί στους γητευτές των καναλιών.

Ετσι φτάσαμε να έχουμε ένα λεπτομερέστατο Σύνταγμα, που όπως και οι απλοί νόμοι, βρίθει νεκρών διατάξεων. Δεν είναι μόνο το άρθρο 14 παρ. 9 που το κοιτάμε σαν ένα ρημαγμένο κάστρο στη μάχη της διαπλοκής, είναι και το 14.8 που από το 1974 προβλέπει ότι «Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τα προσόντα για την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος».

Τώρα, το μελλοντικό Σύνταγμα, που θα προκύψει από την αναθεώρηση της επόμενης Βουλής, κινδυνεύει να ξεχειλώσει από δύο άλλες διατάξεις. Την πρώτη εξήγγειλε ο πρωθυπουργός κ. Γεώργιος Παπανδρέου, η οποία θα απαγορεύει σε μελλοντικές κυβερνήσεις να πωλούν δημόσια γη. Αν κρίνουμε από τον κλαυθμό εκείνου του Σαββατοκύριακου (για τις δηλώσεις του κ. Σερβά Ντερούς για αποκρατικοποιήσεις ύψους 50 δισ.), μάλλον η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού αντιτίθεται στην ιδιωτικοποίηση εκτάσεων. Προτιμάμε να τις ιδιωτικοποιούμε μόνοι μας –παρανόμως και λίγο λίγο– διά των καταπατήσεων.

Περισσότερα

Thursday, March 3, 2011

Η ανάπηρη ευρωπαϊκή δημοκρατία

του Γεώργιου Π. Μαλλούχου

Το Βήμα

2 Φεβρουαρίου 2011

Σε λιγότερο από ένα μήνα, στη σύνοδο κορυφής της 25ης Μαρτίου, θα ληφθούν αποφάσεις καθοριστικές για το μέλλον όχι μόνον της Ελλάδας που βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, αλλά και πολλών εκατομμυρίων ευρωπαίων πολιτών χωρών που δεν αντιμετωπίζουν τέτοιου είδους πρόβλημα.

Η υιοθέτηση του Συμφώνου Ανταγωνιστικότητας με όποιο τελικά περιεχόμενο καταλήξει αυτό να λάβει, θα αποτελέσει την τροχιά επί της οποίας αυστηρά θα κινηθούν τα επόμενα χρόνια οι οικονομίες και, συνεπώς, οι κοινωνίες της ευρωζώνης. Δηλαδή, αυτό που θα αποφασιστεί στην Κορυφή, έχει ασύγκριτα μεγαλύτερη πραγματική σημασία για το μέλλον των λαών της, από ότι πολλά ερωτήματα και διακυβεύματα που τίθενται ως κεντρικά σε πολλές εθνικές εκλογικές αναμετρήσεις. Θα περάσει άραγε, έστω και μετά, από τον έλεγχο ή την κύρωση των κοινοβουλίων των κρατών μελών;

Εδώ ακριβώς λοιπόν, τίθεται το ερώτημα: τι ξέρουν για όλα αυτά οι ίδιοι οι λαοί της Ευρώπης; Ποιος τους ρώτησε και πότε; Κανείς ποτέ. Πλην ίσως των τελευταίων εκλογών στην Ιρλανδία, καμιά άλλη εκλογική αναμέτρηση δεν είχε στην ατζέντα της ένα τέτοιο Σύμφωνο, ώστε οι λαοί να μπορούν να πάρουν, με κάποιο τρόπο κάποια θέση. Αυτοί, απλώς ακούν και βλέπουν ότι μεταδίδεται από τα μέσα ενημέρωσης. Αλλά, για όσα αποφασιστούν σε περίπου είκοσι ημέρες, ουδείς λαός έχει, με τον α ή β τρόπο, ερωτηθεί.Οχι μόνον από τους μικρούς κι αδύναμους συγκριτικά λαούς. Ούτε από τους μεγάλους. Κι όλα αυτά, μας μοιάζουν αυτονόητα. Κακώς. Γιατί δεν είναι.

Στις έμμεσες αντιπροσωπευτικές δημοκρατίες, το πολίτευμα – σφραγίδα του ελεύθερου δυτικού κόσμου, ο λαός εκλέγει αντιπροσώπους κι εκείνοι νομοθετούν και κυβερνούν. Έτσι δουλεύει το σύστημα. Και, παρά τα προβλήματά του, δουλεύει καλά. Λίαν παραδόξως, στην Ευρωπαϊκή Ένωση του 21ου αιώνα, που δημιουργήθηκε και απαρτίζεται από μερικές από αυτές τις πιο προηγμένες δημοκρατίες, δουλεύει αλλιώς: οι λαοί εκλέγουν βουλές και μέσα από αυτές σχηματίζουν κυβερνήσεις όχι για να κυβερνηθούν, αλλά για να… αντιπροσωπευθούν ακόμα παραπέρα: η αντιπροσώπευση, της αντιπροσώπευσης.

Περισσότερα

Saturday, February 26, 2011

Jury Nullification Advocate Is Indicted

New York Times
February 25, 2011

Julian P. Heicklen sat silent and unresponsive as his bail hearing began one day recently in federal court in Manhattan; his eyes were closed, his head slumped forward.

“Mr. Heicklen?” the magistrate judge, Ronald L. Ellis, asked. “Mr. Heicklen? Is Mr. Heicklen awake?”

“I believe he is, your honor,” a prosecutor, Rebecca Mermelstein, said. “I think he’s choosing not to respond but is certainly capable of doing so.”

There was, in fact, nothing wrong with Mr. Heicklen, 78, who eventually opened his eyes and told the judge, “I’m exercising my Fifth Amendment right to remain silent.”

Indeed, it was not his silence that landed Mr. Heicklen, a retired Pennsylvania State University chemistry professor, in court; it was what he had been doing outside the federal courthouse at 500 Pearl Street.

Since 2009, Mr. Heicklen has stood there and at courthouse entrances elsewhere and handed out pamphlets encouraging jurors to ignore the law if they disagree with it, and to render verdicts based on conscience.

That concept, called jury nullification, is highly controversial, and courts are hostile to it. But federal prosecutors have now taken the unusual step of having Mr. Heicklen indicted on a charge that his distributing of such pamphlets at the courthouse entrance violates the law against jury tampering. He was arraigned on Friday in a somewhat contentious hearing before Judge Kimba M. Wood, who entered a not guilty plea on his behalf when he refused to say how he would plead. During the proceeding, he railed at the judge and the government, and called the indictment “a tissue of lies.”

Mr. Heicklen insists that he never tries to influence specific jurors or cases, and instead gives his brochures to passers-by, hoping that jurors are among them.

But he feels his message must be getting out, or the government would not have brought charges against him.

“If I weren’t having any effect, would they do this?” said Mr. Heicklen, whose former colleagues recall him as a talented and unconventional educator. “You don’t have to be a genius to figure this thing out.”

More

Friday, February 25, 2011

Professors ask Congress for an ethics code for Supreme Court

Washington Post
February 24, 2011

A group of more than a hundred law professors from across the country has asked Congress to extend an ethical code of conduct to the Supreme Court - for the first time - and clarify when individual justices should step away from specific legal cases.

The group's appeal on Wednesday, in a letter to the House and Senate Judiciary committees, comes after recent controversies involving travel and appearances at political events by several Supreme Court justices, including Clarence Thomas and Antonin Scalia. Rep. Christopher S. Murphy (D-Conn.) said he plans to introduce legislation that addresses the issue.

Thomas and Scalia have been criticized by a public interest group for attending private political meetings sponsored in January 2007 and 2008 by David and Charles Koch, conservative billionaires who made large contributions during last year's election and have financially backed the tea party movement.

Precisely what happened at those meetings remains unclear, but neither of the justices' routine financial disclosures mentioned that the Kochs had organized the events. Supporters of reform say that would change if the same ethics rules that applied to lesser judges were applied to the Supreme Court.

The Kochs own oil, gas and paper businesses involved in hundreds of legal cases in federal court. The nonprofit group Common Cause has complained that the controversial Citizens United v. Federal Election Commission decision on campaign financing last year - on a narrow majority backed by Thomas and Scalia - opened the door to heightened corporate contributions from the Koch empire.

More

Read the Letter

Tuesday, February 22, 2011

Huck and Jim and Law

by Eric A. Posner

New Republic

February 21, 2011

There is a story about the University of Chicago economist who complained in a seminar that he did not have any friends. “Buy one!" came a call from the back. A similar response will greet Ethan J. Leib’s new book, which argues that friendship should be promoted as a matter of public policy and subjected to legal regulation. If you think that friendship should be legally regulated, you just don’t understand friendship.

Leib anticipates this reaction and spends a great deal of time trying to refute it. Courts already do regulate friendships, he observes, and no one seems to have a problem with this. In many states, friends owe fiduciary duties to each other. This means that if you sell your old car to a friend, you have an obligation to mention the leaky carburetor and perhaps to charge a fair price—obligations that one does not owe to strangers. Friends who form business ventures and then fall out may discover that courts hold them to a higher standard of conduct. Since friends trust each other, they are vulnerable to being taken advantage of, and some courts take this factor into account when resolving cases. A stranger who breaches a contract is not as odious as a friend who betrays his trust: although their behavior may be identical, a court might come down harder on the friend than on the stranger.

Leib also points out that the most intimate relationships are shot through with legal regulation. We sometimes think that marriages are “outside” law. In fact, husbands and wives owe countless legal obligations to each other. They must provide care and support, and if the marriage falls apart, the state intervenes and arranges the most intimate details of their lives, such as how long each may spend with the children. In return, spouses get tax breaks (although sometimes they have a heavier tax burden) and they enjoy special legal privileges—to make life and death decisions when the other is in a coma, to refrain from testifying against each other at trial, to take leave from work when the other is sick. If husband and wife, why not friend and friend?

More

Read the Response by Prof. Leib

Friday, February 18, 2011

Law and the Stranger

Law and Politics Book Review
Vol. 21 No. 2 (February, 2011)
pp.50-54


Reviewed by Leila Kawar, Department of Politics, Bates College.

Law and the Stranger is the sixth entry in the Amherst series of publications in Law, Jurisprudence and Social Thought, all of which have been edited by Austin Sarat, Lawrence Douglas, and Martha Merrill Umphrey. The essays contained in the book were originally prepared for and presented as a seminar series at Amherst College. In their introduction, “Negotiating (with) Strangers,” the editors present the collection as a meditation on “the ways in which law, and in particular liberal legal regimes, identifies and responds to strangers within and across their borders, both historically and in the present day” (p.1). The six essays that ensue address this theme, with varying degrees of directness, from perspectives that range from critically-oriented sociolegal analysis, to jurisprudence, to literary interpretation.

The editors’ introduction binds the volume together and it provides a rich review of scholarly work in the field of political theory, both classical and contemporary, as it relates to the volume’s broad theme. The avowed willingness of the editors to draw insights from both liberal and critical materialist frameworks is reflected in their choice to solicit contributions from scholars working in these divergent traditions. Adopting an approach drawn from the humanities, the chapters are grouped not according to theoretical affinity but rather as pairs within (somewhat ad hoc) subthemes. Nevertheless, this theoretical ecumenism provides the reader with a provocative challenge to follow the editors in thinking inductively and synthetically rather than being caught up on the points of irreconcilability among the theories invoked.

Among the contributions that problematize the constructed nature of the citizen/stranger division, two stand out. Pheng Cheah’s chapter “Necessary Strangers: Law’s Hospitality in the Age of Transnational Migrancy” draws on two cases of the legal incorporation/exclusion of migrants in East and Southeast Asia to take issue with Kant’s conceptualization of hospitality as the right not to be treated with hostility. Kant foresaw global commerce as leading to the state of “perpetual peace” in which sovereign restrictions on transnational right would diminish towards zero, allowing for a more open form of sociability such that foreigners’ rights would no longer be conditional and all rational beings would be fully included in moral calculations. Contemporary transnationalists have theorized globalization in much the same way, as a process eroding the distinction between citizen and alien. Yet Cheah shows that global circuits of migrant labor actually intensify the extent to which foreigners and other strangers are marked as separate from community. Global capitalism, far from bringing us closer to perpetual peace, instead produces permanent dislocation, so that subaltern workers are viewed as disposable by migrant-receiving states and remain “permanently in exile” even after returning to their “homelands.” Cheah emphasizes that migrant rights, even when framed as human rights, remain conditional because they are administered by the state. She finds Derrida’s conceptualization of pure hospitality (distinguished from the conditional hospitality of the law) to hold greater potential for inclusive justice, and nicely illustrates this form of unconditional hospitality by describing a cinematic rendering of the welcoming community generated informally among excluded and vulnerable migrant workers in Hong Kong and China, a form of solidarity that does not depend on law or state.

More

Thursday, February 17, 2011

David Cameron warned Britain could end up like Greece under the colonels

by Nicholas Watt

Guardian

February 16, 2011

Britain takes great pride in its position as one of the few countries in Europe that has been governed continuously through a system of parliamentary democracy for centuries.

Any suggestion therefore that Britain does not abide by the principles of democracy and – worst of all – shows sign of dictatorship is bound to provoke an angry reaction.

So the president of the European Court of Human Rights found himself under fire tonight from Eurosceptics and pro-Europeans after suggesting that Britain will look like Greece under the rule of the colonels if it refuses to abide by the court's ruling on prisoners.

Jean-Paul Costa drew the parallel with the colonels' dictatorship of 1967-74 when he was asked by the BBC what would happen if Britain withdrew from the court or refused to abide by its ruling on prisoners. The comments by the Tunisian-born French president came a week after MPs voted overwhelmingly to uphold the blanket ban which prevents prisoners from voting. The court ruled last October that Britain had to lift the ban.

This is what Costa said when he was asked what would happen if Britain abandoned the European Convention on Human Rights or refused to abide by the European Court of Human Rights ruling on prisoners. Costa told Shirin Wheeler, the presenter of the BBC Parliament programme The Record Europe:


I would say that it would be a disaster. A disaster certainly for the Council of Europe and the court but also a disaster for the United Kingdom. I say it respectfully. The UK was one of the states founding the convention, one of the founding states of the Council.


[The] UK has always been a supporter for the court and many times model for the legal systems of other countries. Many systems took advantage through the case law of our court of the legal traditions of Britain.

Wheeler asked why it would be a disaster for Britain. Costa said:

For the image of Britain I will say a simple things and again I hope this will not be considered as not respectful. The only country which denounced the convention actually was Greece in 1967 at the time of dictatorship of the Colonels. Of course after seven years, when democracy was restored in Greece, Greece returned to the Council of Europe and the convention.


I cannot imagine – even if I can understand some irritation that [the] UK which is a great country I admire the UK – could be in the same situation as the Colonels in 1967.

More

Letter to the editor: "Court president did not liken UK to Greek dictatorship"

Monday, February 14, 2011

Μνηµόνιο και για τη Δικαιοσύνη

του Σταύρου Τσακυράκη

Τα Νέα

14 Φεβρουαρίου 2011

Μέσα στον καταιγισµό των ειδήσεων για την καταβολή της τέταρτης δόσης του δανείου, τις περιπέτειες του πανεπιστηµιακού ασύλου, άντε και, για να ανοίγουµε και ένα παράθυρο στον κόσµο, για όσα συµβαίνουν στην Τυνησία και την Αίγυπτο, πέρασε στα ψιλά των εφηµερίδων µία σηµαντική απόφαση του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου (Ε∆∆Α). Είναι η απόφαση «Βασίλειος Αθανασίου και άλλοι κατά Ελλάδας» (21.12.2010), η οποία αναφέρεται στο πρόβληµα της υπερβολικής διάρκειας εκδίκασης των υποθέσεων από τα ελληνικά δικαστήρια. Στη συγκεκριµένη περίπτωση, η δίκη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων για την επιδίκαση ενός επιδόµατος σε πρώην στρατιωτικούς διήρκεσε περίπου δεκατέσσερα χρόνια. Η διαδικασία ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας κράτησε από µόνη της περίπου επτά χρόνια. Τώρα θα πείτε, «και πού βρίσκεται το ενδιαφέρον της απόφασης;». Αν κάποιος επισκεφθεί τον ιστότοπο του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου ∆ικαιωµάτων του Ανθρώπου, θα διαπιστώσει ότι τα δέκα τελευταία χρόνια, το Ε∆∆Α έχει εκδώσει πάνω από τριακόσιες αποφάσεις, οι οποίες διαπιστώνουν παραβίαση του δικαιώµατος σε δίκαιη δίκη λόγω των καθυστερήσεων των ελληνικών δικαστηρίων στην εκδίκαση διαφορών.

Η «Βασίλειος Αθανασίου», δεν αποτελεί απλώς άλλη µία παραβίαση στον ήδη µακρύ κατάλογο. Το ενδιαφέρον της απόφασης βρίσκεται στο γεγονός ότι αποτελεί την πρώτη απόφαση - πιλότο (pilot judgement) για την Ελλάδα. Τι σηµαίνει αυτό; Σηµαίνει ότι το Ε∆∆Α δεν περιόρισε την κρίση του αποκλειστικά στην επίδικη διαφορά. Προχώρησε παραπέρα και, µε αφορµή τη συγκεκριµένη υπόθεση, τόνισε ότι η κατάσταση που επικρατεί στη διοικητική δικαιοσύνη σχετικά µε τις υπερβολικές καθυστερήσεις αποτελεί δοµικό πρόβληµα της ελληνικής έννοµης τάξης. Αναφέρθηκε έτσι σε προηγούµενες αποφάσεις του επί του ιδίου προβλήµατος, καθώς και σε αποφάσεις άλλων οργάνων του Συµβουλίου της Ευρώπης, οι οποίες έχουν ήδη κάνει λόγο στο παρελθόν για συστηµικό πρόβληµα της διοικητικής δικαιοσύνης. Χαρακτηριστικά, τονίζεται στην απόφαση ότι από το 2007 µέχρι σήµερα το Ε∆∆Α έχει διαγνώσει επανειληµµένως παραβιάσεις του δικαιώµατος εκδίκασης των διοικητικών διαφορών µέσα σε εύλογο χρόνο σε περισσότερες από πενήντα υποθέσεις. Οπως υπογραµµίζει το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο, σε πολλές περιπτώσεις η δίκη ξεπέρασε τα δέκα χρόνια για τρεις βαθµούς δικαιοδοσίας, ενώ οξύτατο εµφανίζεται το πρόβληµα των καθυστερήσεων ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας. Μάλιστα, το Ευρωπαϊκό ∆ικαστήριο τόνισε τη σηµασία του προβλήµατος, δεχόµενο ότι «αυτού του είδους οι καθυστερήσεις είναι ικανές να υποσκάψουν την εµπιστοσύνη των πολιτών στην αποτελεσµατικότητα του δικαστικού συστήµατος. Η καθυστέρηση έκδοσης απόφασης για υπερβολικό χρονικό διάστηµα µπορεί να θεωρηθεί αρνησιδικία, η οποία προσβάλλει και το δικαίωµα πρόσβασης σε δικαστήριο».

Περισσότερα

Βλ. επίσης και εδώ

Sunday, February 13, 2011

Ανυπακοή α λά ελληνικά...

του Χαρίδημου Tσούκα

Καθημερινή

13 Φεβρουαρίου 2011

Οταν στην επίσημη επίσκεψή του στην Αυστραλία, το 2003, ο πρόεδρος Μπους εκφώνησε ομιλία σε κοινή συνεδρία των δύο νομοθετικών σωμάτων της χώρας, η παράσταση δεν ήταν τόσο απρόσκοπτη όσο φανταζόταν. Κάποια στιγμή, ο γερουσιαστής Μπράουν, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος των Πρασίνων, σηκώθηκε από το έδρανό του και διέκοψε με έντονο ύφος τον ομιλητή, διαμαρτυρόμενος για την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ και την απάνθρωπη μεταχείριση των κρατουμένων στο Γκουαντάναμο. Ακολούθησε θόρυβος. Ο πρόεδρος της Βουλής επενέβη άμεσα. Με εντολή του, οι υπεύθυνοι ασφαλείας οδήγησαν τον θορυβοποιό βουλευτή έξω από την αίθουσα, ενώ αποβλήθηκε για 24 ώρες από τη Βουλή! Ο γερουσιαστής δεν αντιστάθηκε. Διαμαρτυρίες δεν ακούστηκαν. Η ομιλία συνεχίστηκε. Αλλά και η διαμαρτυρία καταγράφηκε...

Ηταν μια μικρή πράξη ανυπακοής: η ανάγκη της προσωπικής διαμαρτυρίας κατίσχυσε του σεβασμού των κοινοβουλευτικών κανόνων περί κόσμιας συμπεριφοράς. Ο γερουσιαστής αφενός μεν εξέφρασε με πάθος την άποψή του, αφετέρου δε υπέστη τις συνέπειες της ανορθόδοξης συμπεριφοράς του. Αποδεχόμενος τις σχετικές κυρώσεις, επιβεβαίωσε άρρητα το σεβασμό του στους κανόνες του κοινοβουλίου. Ανυπακοή και υπακοή συνυπήρξαν στο ίδιο επεισόδιο.

Το αυτοαποκαλούμενο «κίνημα ανυπακοής» στην Ελλάδα έχει τόση σχέση με την πολιτική ανυπακοή σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα όση η θρησκόληπτη μισαλλοδοξία με τη χριστιανική αγάπη. Οσοι βανδαλίζουν τα ακυρωτικά μηχανήματα εισιτηρίων στους σταθμούς του μετρό, όσοι αρνούνται να καταβάλουν διόδια στις εθνικές οδούς, όσοι μηχανεύονται τρόπους να πληρώνονται για τις ημέρες της απεργίας τους, όσοι καταλαμβάνουν δημόσια κτίρια ή δεν σέβονται δικαστικές αποφάσεις εγγράφονται λιγότερο στη μακρά δημοκρατική παράδοση της πολιτικής ανυπακοής και περισσότερο στη νεοελληνική παράδοση του ωμού τσαμπουκά – την ιδιοτελή άρνηση υπαγωγής σε κανόνες καθολικής ισχύος. Ενα μακρύ ιστορικό νήμα συνδέει τη σημερινή ανομία με την «αντίσταση» των κοτζαμπάσηδων και των ληστών του 19ου αιώνα στους θεσμούς του νεοσύστατου ελλαδικού κράτους.

Η πολιτική ανυπακοή απαιτεί προσωπικό θάρρος και εκλεπτυσμένη πολιτική κουλτούρα. Οι πολιτικά ανυπάκουοι, όπως ο Γκάντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ ή περιβαλλοντικοί ακτιβιστές δεν παρακάμπτουν τις κυρώσεις. Αντιθέτως, τις επιζητούν. Με την αυταπάρνησή τους κερδίζουν ηθικό κύρος, προκειμένου να επιστήσουν την προσοχή της κοινωνίας σε νόμους που θεωρούν άδικους.

Η παρακμιακή Αριστερά, τόσο στη σταλινική όσο και στη ριζοσπαστικά παλιμπαιδίζουσα εκδοχή της, καταγγέλλει την «ποινικοποίηση» της «οργανωμένης ανυπακοής». Δεν αντιλαμβάνεται ότι η ανυπακοή αποκτά έλλογα χαρακτηριστικά, καθίσταται κατανοητή, μόνο όταν εκδηλώνεται στο εσωτερικό μιας κατά νόμον συγκροτημένης πολιτικής κοινότητας. Χωρίς νόμους δεν υφίσταται πολιτική κοινότητα· δίχως κυρώσεις αχρηστεύονται οι νόμοι· χωρίς νόμους δεν έχει καμιά αξία η ανυπακοή.


Περισσότερα

Η ουσία των νόμων

του Πάσχου Μανδραβέλη

Καθημερινή

13 Φεβρουαρίου 2011

Οι χρυσαυγίτες με τους αριστεριστές έχουν ακραίες, αλλά και αντίθετες απόψεις. Οι πρώτοι ζητούν να απελαθούν όλοι οι μετανάστες και οι δεύτεροι να νομιμοποιηθούν όλοι. Η διαφορά των απόψεών τους είναι χαοτική.

Η επίλυσή αυτής της διαφοράς έχει δύο δρόμους. Η μία είναι να σφαχτούν (κάτι που επιχειρούν πολλάκις στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα) και στο τέλος να κερδίσουν εκείνοι που έχουν τα πιο γυμνασμένα μπράτσα. Αυτό γινόταν στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, εξουσίαζαν κι επέβαλλαν τις απόψεις τους εκείνοι που είχαν τη μεγαλύτερη δύναμη. Στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, για παράδειγμα, συγκρούσθηκαν στους δρόμους οι δύο ακραίες απόψεις. Απέναντι στους μελανοχιτώνες των ναζί ήταν οι ερυθροχιτώνες των κομμουνιστών. Σφάχτηκαν για μια δεκαετία, περίπου, και στο τέλος κέρδισε ο Χίτλερ με καταστροφικά για τη Γερμανία και τον κόσμο αποτελέσματα.

Ο δεύτερος δρόμος είναι του δημοκρατικού κανόνα. Συζητούνται εξαντλητικά τα θέματα, οι άνθρωποι ψηφίζουν και στο τέλος όλοι -ακόμη κι εκείνοι που διαφωνούν- υποτάσσονται στον κανόνα της πλειοψηφίας. Αυτόν που ονομάζεται νόμος.

Ο δημοκρατικός κανόνας έχει μειονεκτήματα. Κατ’ αρχήν είναι χρονοβόρος. Οι αποφάσεις που προκύπτουν έπειτα από συζήτηση καθυστερούν σημαντικά σε σχέση με τις αποφάσεις εκείνου που έχει τα πιο γυμνασμένα μπράτσα. Το δεύτερο πρόβλημα είναι ότι τα αποτελέσματά του δεν είναι ποτέ και για κανέναν τέλεια. Οι νόμοι για να κερδίσουν την πλειοψηφία χρειάζονται συμβιβασμούς. Κάθε συμβιβασμός αναγκαστικά μάς απομακρύνει από το ιδανικό της τελειότητας, που καθένας ξεχωριστά έχει στο μυαλό του.

Επειδή οι νόμοι ποτέ δεν είναι τέλειοι, ο δημοκρατικός κανόνας προβλέπει διαδικασίες αλλαγής των. Είτε διά του Κοινοβουλίου, δηλαδή τη δημιουργία νέας πλειοψηφίας είτε διά των δικαστηρίων.


Περισσότερα

Από την αντίσταση στην κομματική στρέβλωση

της Βασιλικής Γεωργιάδου

Το Βήμα

13 Φεβρουαρίου 2011

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ως πολιτική ανυπακοή ορίζεται ένα σύνολο μη θεσμοποιημένων μορφών πολιτικής έκφρασης και μαζικής κινητοποίησης που στοχεύει κατ΄ αρχάς στην ανάδειξη ενός προβλήματος στη δημοσιότητα. Με την πολιτική ανυπακοή ασκείται πίεση από την πλευρά των εντολέων προς τους εντολοδόχους και αξιωματούχους της εξουσίας προκειμένου να αναθεωρηθούν πολιτικές αποφάσεις που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της δημοκρατικής διαδικασίας. Τέτοιες μορφές κινητοποίησης προσλαμβάνουν συχνά χαρακτηριστικά εντυπωσιασμού και πρόκλησης, τα οποία βοηθούν να καταστεί ένα ζήτημα ορατό. Ο εντυπωσιασμός και η πρόκληση αφορούν ωστόσο το στυλ της πολιτικής δράσης, η οποία ως προς το περιεχόμενο και τον συνολικό τρόπο έκφρασής της περιορίζεται από τη δημοκρατική έννομη τάξη.

Σύμφωνα με τον Γιούργκεν Χάμπερμας, κάνοντας λόγο για πολιτική ανυπακοή αναφερόμαστε σε μη βίαιες πράξεις, στις οποίες οι κανόνες δικαίου «παραβιάζονται συμβολικά». Τούτο σημαίνει ότι ενέργειες πολιτικής ανυπακοής στρέφονται μεν κατά του νόμου, εναρμονίζονται όμως με μια υπερκείμενη αρχή του δικαίου, την υπεράσπιση της οποίας επικαλείται η ηθική συνείδηση του ανυπάκουου πολίτη. Επιπλέον, ο ιδεότυπος του ανυπάκουου ενσαρκώνει το πρότυπο του αντι-τζαμπατζή: όχι μόνο δεν επωφελείται από ενέργειες άλλων, όπως κάνει ένας τυπικός λαθρεπιβάτης (freerider), αλλά αναλαμβάνοντας προσωπικό κόστος που φτάνει μέχρι το ρίσκο της ποινικής δίωξης και καταδίκης του επιδιώκει την παραγωγή ενός αποτελέσματος από το οποίο μπορεί να ωφεληθούν πολλοί άλλοι. Στην Ελλάδα αυτό που ονομάστηκε «οργανωμένη (λαϊκή) ανυπακοή» υπήρξε ένα υβρίδιο. Ηταν η απάντηση της παραδοσιακής κομμουνιστικής Αριστεράς στην οικονομική κρίση και το μνημόνιο. Αν κύριο γνώρισμα της πολιτικής ανυπακοής είναι το στοιχείο της αυτοοργάνωσης των πολιτών, στην «οργανωμένη ανυπακοή» είναι το κόμμα που αναλαμβάνει να καθοδηγήσει τις μάζες. Και όχι μόνο αυτό· εκτός από πρωτοπορία, το κόμμα λειτουργεί ως πολιτικός προστάτης, προσφέροντας το αναγκαίο προκάλυμμα για την απόσειση των ατομικών ευθυνών που συνοδεύουν πράξεις μη θεσμοποιημένης πολιτικής δράσης. Το θεματικό ρεπερτόριο της «οργανωμένης ανυπακοής» είναι εξαιρετικά διευρυμένο- από το εισιτήριο στα λεωφορεία και τη μη καταβολή των διοδίων μέχρι τα εξέταστρα στα νοσοκομεία και καθετί που ορίζεται ως «λαϊκό δικαίωμα». Δι ευρυμένος και μαξιμαλιστικός είναι, κυρίως, ο επιδιωκόμενος στόχος μιας τέτοιας δράσης: αντί της συμβολικής παραβίασης των κανόνων προκειμένου οι πολιτικές αποφάσεις να ευθυγραμμιστούν στο πλαίσιο που διαγράφεται από τη δημόσια κριτική και το περί δικαίου αίσθημα, με την «οργανωμένη ανυπακοή» επιδιώκεται η πλήρης ανατροπή- της εξουσίας (για «λαϊκή εξουσία» γίνεται λόγος), της οικονομίας (που θα αντικατασταθεί από μια «λαϊκή οικονομία»), κ.λπ.

Περισσότερα

Ανομική δημοκρατία ή ολιγαρχικός πειρασμός;

του Νικόλα Σεβαστάκη

Το Βήμα

13 Φεβρουαρίου 2011

Από διάφορες πλευρές μάς κατακλύζει η εικόνα μιας κοινωνίας που βρίσκεται σε ομηρεία από λίγους παντοδύναμους κακούς. Η φωτογραφία φτιάχνεται με σπαράγματα της επικαιρότητας που ανήκουν σε διαφορετικά «είδη» γεγονότων: αγριότητες που εμπίπτουν στη σφαίρα του αστυνομικού δελτίου, απεργιακά συμβάντα, μορφές συλλογικής ανυπακοής για την πληρωμή των διοδίων ή την κατασκευή ΧΥΤΑ. Το πιο σημαντικό είναι εδώ το δημόσιο σχόλιο το οποίο φροντίζει να ενοποιήσει όλες αυτές τις διαφορετικές φέτες της κοινωνικής πραγματικότητας. Για να προκύψει εντέλει ένας πίνακας ανωμαλιών, μια λίστα ανομημάτων και παρεκκλίσεων από τη λογική. Το στόρι προβλέπει οργανωμένες μειοψηφίες στρεφόμενες σαδιστικά εναντίον απροστάτευτων πολιτών, επαγγελματικές κάστες που εκβιάζουν τον δύσμοιρο καταναλωτή, πολιτικούς ακτιβισμούς οι οποίοι εκμεταλλεύονται τα δεινά των πιο αδύναμων για να κάνουν το καπρίτσιο τους. Και το σχήμα προβάλλει περίπου το ίδιο για όλες τις περιπτώσεις. Αν πιστέψουμε αυτή την ιστορία, οι απεργοί γιατροί, για παράδειγμα, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να «βλάπτουν» την υγεία των ασθενών τους. Με τον ίδιο τρόπο άλλωστε βεβαιώθηκε αρμοδίως ότι όσοι συμπαραστάθηκαν ενεργά στην επιλογή των τριακοσίων μεταναστών για απεργία πείνας ζημίωσαν την υπόθεση των ίδιων των μεταναστών. Με άλλα λόγια, σε μια κοινωνία που πέρασε φάσεις ευημερίας δεν επιτρέπεται καμιά εκδοχή ανυπακοής: αυτή είναι κατάλληλη μόνο για τριτοκοσμικές δικτατορίες.

Η πιο πάνω προσέγγιση ανακαλύπτει κατά κανόνα το θέμα της «υπέρβασης των θεμιτών ορίων» με αφορμή κυρίως κινητοποιήσεις, μορφές και τρόπους διαμαρτυρίας. Οσοι την υιοθετούν έχουν την τάση να αποσπούν επιμέρους στιγμιότυπα από το πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγονται και αναπαράγονται τα ρήγματα στο κοινωνικό συμβόλαιο. Αν δεν παραβλέπουν τελείως, υποτιμούν ωστόσο τη βάναυση διασάλευση που έχουν υποστεί οι όροι ζωής ευρύτερων στρωμάτων της κοινωνίας και παρατηρούν αφ΄ υψηλού- αν δεν τις αμφισβητούν ανοιχτά - τις σημαντικές υλικές και ψυχικές απώλειες των υποκειμένων. Βλέπουμε έτσι να ταυτίζεται η ευνομία με κάποια μεταφυσική υπέρβαση των κοινωνικών ανταγωνισμών και της διαπάλης των συμφερόντων. Ενώ και η ορθή κοινωνική συνείδηση συγχέεται με τη συμμόρφωση των πολιτών σε μία και μοναδική ερμηνεία για το γενικό συμφέρον και το δημόσιο αγαθό.

Περισσότερα

Αυτό που δεν κατάλαβαν οι δικαστές

του Γιώργου Κουβελάκη

Το Βήμα

13 Φεβρουαρίου 2011

Ετσι λοιπόν· ένα τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι ο συνταγματικός νομοθέτης «εμερίμνησε να διαφυλάξει την εθνική ομοιογένεια του κράτους» και ότι ο νόμος που καθορίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης ιθαγένειας δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στο «σταθερό κριτήριο του δικαίου του αίματος, δηλαδή την καταγωγή από έλληνες γονείς». Συνέπεια αυτής της σκέψης ήταν να κριθεί αντισυνταγματικός ο πρόσφατος νόμος, που δεν ακολούθησε το παραπάνω σκεπτικό.

Η απόφαση ξάφνιασε πολλούς, κυρίως εκείνους που έχουν συνδέσει το Συμβούλιο της Επικρατείας με την εικόνα ενός εξωστρεφούς και ανοιχτού σώματος και την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δημοκρατικών αξιών.

Περισσότερα

Friday, February 11, 2011

Sarkozy under pressure as French judges take to the streets

Guardian
February 10, 2011

Thousands of judges and lawyers have taken to the streets in unprecedented protests against Nicolas Sarkozy, paralysing the legal system and shutting down almost all France's courthouses this week.

Magistrates' unions have for days expressed outrage at the president by hearing only urgent cases, after the president used a shocking murder case to attack judges for being too lax.

The gruesome Laetitia case gripped France after a teenage waitress disappeared one night after her shift in western France. Her severed limbs and head were found in the waters of an abandoned quarry after a lengthy search, but the rest of her remains have not been recovered. The suspect, a 31-year-old, refused to co-operate with the search or the inquiry. Recently out of prison after completing a sentence, he had 15 previous convictions.

The case struck a chord with Sarkozy's longrunning campaign to appeal to the rightwing vote by cracking down on repeat offenders. Sarkozy publicly branded the suspect "presumed guilty", slammed judges for incompetence and making mistakes after his prison release, and said: "Our duty is to protect society from these monsters."

Judges were furious that Sarkozy would declare a suspect guilty before either a trial or the end of investigations. They accused him of using the case to boost his "tough on crime" image ahead of what will be a tough race for presidential re-election next year.

"It's an old habit of his, using people's legitimate feelings of outrage ... for ends that are clearly electoral and demagogical," said Nicolas Leger, national secretary of the USM magistrates' union.

More

Tuesday, February 8, 2011

Greek protests show democracy in action

by Costas Douzinas

Guardian

February 7, 2011

The Greek minister for public transport, Dimitris Reppas, stated last week that the government would not let "Greece [be] exposed to the risk of international disrepute and marginalisation, [the] destination of countries characterised by anomie. The attack on the social acceptability of the free-rider and the political dismantling of its simulacrum of progressiveness is paramount."

The harassed minister was referring to the mass protests that have gripped Greece in the last month. They include the "can't pay, wont pay" movement which encourages people to stop paying the extortionate tolls on Greece's atrocious roads or the public transport fares which went up 40% last week. Doctors have been on strike for a week and have occupied the ministry of health; strikes by public transport employees, despite repeated court decisions declaring them unlawful, have brought Athens to a standstill. A pending farmers' strike will complete the picture. Greece has entered a period of crisis highlighted by the condemnation of the inhumanity of the treatment of refugees by the European court of human rights last week. The minister confirmed it. When governments start claiming that citizens have an absolute duty to obey the law, they implicitly recognise that their policies – and therefore their moral authority – have failed.

What the minister, in his ignorance and desperation, called "anomie", political and legal theory examines under the term "civil disobedience". From Antigone to the campaigners for workers' and civil rights, pacifists, suffragettes and conscientious objectors, disobedience is not simple illegality. It is the outward sign of moral conscience and of political fidelity to the principles of justice and democracy. Throughout history, disobedience has changed regimes, constitutions and laws – as we are currently witnessing in Egypt.

The mass disobedience against racial discrimination and the Vietnam war in the US in the 60s and 70s led to a major debate among judges and political philosophers, which concluded that in certain circumstances disobedience was not only allowed but required – and the courts must protect those who undertake it. The argument following classical liberal philosophy went as follows. Political power is legitimate when it promotes individual autonomy. In its Rousseauian version, we the people are both legislators and subjects, masters and servants. Citizens have given their implicit consent to the constitution and government in a real or virtual social contract and have promised their obedience in return for laws that promote the common good and justice.

More

Monday, February 7, 2011

Ο Παραλογισμός της Βίας

Τα Νέα

Κύριο Άρθρο
7 Φεβρουαρίου 2011


Εκεί όπου δεν υπάρχει νόµος δεν υπάρχει ελευθερία, γιατί ελευθερία είναι να µην υφίστασαι τη βία του άλλου και αυτό θα ήταν αδύνατο χωρίς τον νόµο» έλεγε πριν από τρεις αιώνες ο άγγλος φιλόσοφος Τζον Λοκ.


Ακριβώς αυτό το ζήτηµα της σχέσης ανάµεσα στην ελευθερία και στον νόµο αναβιώνει τον τελευταίο καιρό στην ελληνική επικράτεια.


Ανέκαθεν υπήρχαν κρούσµατα παραβίασης του νόµου, κατάχρησης της ελευθερίας και ενίοτε αυτοδικίας.


Τελευταία όµως εµφανίζεται ένα νέο φαινόµενο που φθάνει στα όρια του παραλόγου.


Πρόσωπα και µικρές οµάδες δεν κάνουν απλώς κατάχρηση της ελευθερίας που παρέχει η Γ’ Ελληνική ∆ηµοκρατία, ούτε παραβιάζουν απλώς τον νόµο.


Αξιώνουν από τους άλλους να κάνουν το ίδιο! Ή να ορίσουν τη ζωή τους και τις επιλογές τους όπως κρίνουν αυτές οι οµάδες.


Ο πειθαναγκασµός επιβάλλεται ακόµη και µε τη βία σε ορισµένες περιπτώσεις, ενώ σε άλλες παίρνει χαρακτηριστικά οργανωµένης επίθεσης µε αυτοσχέδιο οπλισµό.


Περισσότερα

Friday, February 4, 2011

Λαός ή έθνος;

της Λίνας Παπαδοπούλου

Έθνος

4 Φεβρουαρίου 2011

Με την πρόσφατη απόφασή του 350/2011 το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ως αντισυνταγματικές -και παρέπεμψε στην Ολομέλεια για τελική κρίση- τις διατάξεις του νόμου 3838/2010 που προβλέπουν τη δυνατότητα πολιτογράφησης μεταναστών βάσει των αντικειμενικών προϋποθέσεων της γέννησης στην Ελλάδα από νομίμως και μονίμως, για τουλάχιστον πέντε έτη, διαμένοντες γονείς ή της επιτυχούς εξαετούς φοίτησης σε ελληνικό σχολείο.

Για το Δικαστήριο η πολιτογράφηση επιτρέπεται μόνο στη βάση εξατομικευμένης και υποκειμενικής κρίσης για το αν ο αιτών έχει αναπτύξει «ελληνική συνείδηση» και μόνο κατ’ εξαίρεση, καθώς προκρίνεται το «δίκαιο του αίματος», προκειμένου να μην «αποσυντίθεται η έννοια του έθνους» και να περιφρουρείται η «εθνική ομοιογένεια». Το έθνος αναγνωρίζεται ως υπερβαίνον «χρονικά την εν ζωή κοινότητα των ανθρώπων και τα γεωγραφικά όρια του ελληνικού κράτους» με έντονο το υποκειμενικό- κοινωνιοψυχολογικό στοιχείο της «συνείδησης», που οικοδομείται πάνω σε αντικειμενικές, πολιτισμικές προϋποθέσεις, και άρα ως μία νομική έννοια διαφορετική από τον «λαό». Σύμφωνα με αυτή την οργανική εννοιολόγηση του έθνους, η «εθνική συνείδηση» και κατ’ επέκταση η ιθαγένεια προϋπάρχει και κληρονομείται, ωσάν να ήταν γενετικό χαρακτηριστικό. Κατά λογική ακολουθία, η έλλειψη των προϋποθέσεων αυτών (γραμμής αίματος και συνείδησης) θα επέτρεπε ακόμη και την αφαίρεση της ιθαγένειας. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που ιστορικά η συγκεκριμένη αντίληψη έχει συμβάλει στον εθνικό διχασμό, αλλού και άλλοτε δε, στο όνομα της «εθνικής ομοιογένειας», έχει νομιμοποιήσει ακόμη και βίαιες εθνοκαθάρσεις.

Η αντίληψη αυτή, ωστόσο, δεν βρίσκει έρεισμα στο ελληνικό Σύνταγμα, βάσει του οποίου και μόνο δικαιούται και υποχρεούται κάθε Δικαστήριο να κρίνει την πιθανή αντισυνταγματικότητα νομοθετικών διατάξεων. Κατ' αρχάς, το άρθρο 4§3Σ προβλέπει ότι «Ελληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος» χωρίς να προβλέπεται η υποχρεωτικότητα του «δικαίου του αίματος». Εξάλλου, το άρθρο 16§2Σ, που και το ίδιο το Δικαστήριο επικαλείται, κατοχυρώνει ως σκοπό της εκπαίδευσης την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης -η οποία δεν μπορεί να νοηθεί παρά ως εμπεριέχουσα τις αρχές του ευρωπαϊκού συνταγματικού πολιτισμού- αποδεχόμενο εμμέσως πλην σαφώς ότι η τελευταία οικοδομείται.

Περισσότερα

Εδώ θα βρείτε μια πιο εκτεταμένη εκδοχή

Thursday, February 3, 2011

Οι δικαστές ως φύλακες του έθνους

του Σταύρου Τσακυράκη

Τα Νέα

3 Φεβρουαρίου 2011

Το ΣΤΕ έκρινε αντισυνταγµατικό τον νόµο που όριζε τις προϋποθέσεις απόκτησης ιθαγένειας αλλοδαπών, καθώς και το δικαίωµα ψήφου τους στις εκλογές Αυτοδιοίκησης. Το σκεπτικό ότι ο νόµος αντιβαίνει στις περί έθνους διατάξεις του Συντάγµατος δεν είναι απλώς νοµικά λανθασµένο, αλλά συντονίζεται µε τις πιο «µαύρες» σελίδες της νοµικο-πολιτικής παράδοσής µας. Είναι λανθασµένο διότι επιχειρεί να δώσει κανονιστικό περιεχόµενο στις έννοιες έθνος και εθνική κυριαρχία, δηλαδή σε έννοιες κατ' εξοχήν νεφελώδεις, που η θέση τους στο Σύνταγµα µόνον ιστορικά εξηγείται. Το χειρότερο, όµως, είναι ότι επιχειρεί να τους δώσει περιεχόµενο διαφορετικό και υπερισχύον της λαϊκής βούλησης και της λαϊκής κυριαρχίας. Με άλλα λόγια εκλαµβάνει ότι πάνω από τη βούληση του νοµοθετικού σώµατος, που εκπροσωπεί τον λαό, υπάρχει η έννοια του έθνους που έχει συγκεκριµένο κανονιστικό περιεχόµενο, το οποίο υπερισχύει και περιορίζει τις επιλογές. Παλιά η αντιπαράθεση έθνους και λαού, όπως έχει εξηγήσει ο Αριστόβουλος Μάνεσης (Αι Εγγυήσεις Τηρήσεως του Συντάγµατος), είχε ως αποτέλεσµα την περιφρόνηση της δηµοκρατικής αρχής. Για παράδειγµα ο βασιλιάς µπορούσε να διεκδικεί για τον εαυτό του την αντιπροσώπευση του έθνους και να αντιτάσσεται στη βούληση του λαού.

Παρόµοιο ρόλο φαίνεται να διεκδικεί µε την απόφασή του το ΣΤΕ. Η απόφαση αραδιάζει όλες τις διατάξεις του Συντάγµατος που περιέχουν τη λέξη έθνος ή εθνικό θεωρώντας ότι υπαγορεύουν κάτι συγκεκριµένο και διαφορετικό από τη βούληση του νοµοθέτη. Υποθέτω ότι µε την ίδια λογική θα µπορούσαν να κρίνουν ως αντισυνταγµατικό οποιονδήποτε νόµο θεωρούν ότι αντιβαίνει στα εθνικά συµφέροντα ή παράνοµη την εκλογή ενός βουλευτή, αν έκριναν ότι αυτός δεν αντιπροσωπεύει το έθνος.

Περισσότερα

Friday, January 28, 2011

Andrei Marmor, "Philosophy of Law"

In Philosophy of Law, Andrei Marmor provides a comprehensive analysis of contemporary debates about the fundamental nature of law--an issue that has been at the heart of legal philosophy for centuries. What the law is seems to be a matter of fact, but this fact has normative significance: it tells people what they ought to do. Is the normative content of a law entirely determined by the facts that make it a law? Are there some normative moral constraints on what the law can be? And can we fully characterize and define the law without assuming a moral conception about what the law ought to be? Finally, is the philosophy of law about describing what law is, or prescribing what it should be?

Marmor argues that the myriad questions raised by the factual and normative features of law actually depend on the possibility of reduction--whether the legal domain can be explained in terms of something else, more foundational in nature. In addition to exploring the major issues in contemporary legal thought, Philosophy of Law provides a critical analysis of the people and ideas that have dominated the field in past centuries. It will be essential reading for anyone curious about the nature of law.

Andrei Marmor is professor of philosophy, Maurice Jones Jr. Professor of Law, and director of the Center for Law and Philosophy at the University of Southern California. His books include Social Conventions: From Language to Law and Law in the Age of Pluralism.

Sunday, January 23, 2011

Ασυλία, ανομία και το δίκαιο της μπουλντόζας

του Παύλου Σούρλα

Το Βήμα

23 Ιανουαρίου 2011

Η σημερινή δύσκολη καμπή στην οποία βρίσκεται η χώρα μας οφείλεται, πέρα από δομές και ιστορικές συγκυρίες, σε πράξεις και συμπεριφορές συγκεκριμένων προσώπων: πολιτικών σε υπεύθυνες θέσεις που παρέβησαν το καθήκον τους και ενίοτε και τον νόμο, αλλά και αποσιώπησαν σοβαρά προβλήματα και παρέλειψαν να λάβουν εγκαίρως τα αναγκαία μέτρα· δημόσιων λειτουργών και προμηθευτών που μέσω πλαστών τιμολογίων κατάκλεβαν το Δημόσιο· επαγγελματιών που απέκρυπταν τα εισοδήματά τους και απέφευγαν προκλητικά να πληρώνουν φόρους· καταπατητών δημόσιας γης· εμπρηστών που κατέκαιαν δασικές εκτάσεις για να τις μετατρέψουν σε οικόπεδα-«φιλέτα»· σκοτεινών εγκληματικών στοιχείων που πυρπολούσαν κεντρικά σημεία των πόλεων και προκαλούσαν ανυπολόγιστες ζημιές στην οικονομία· αργόμισθων που, εκτός του ότι είχαν διοριστεί σε θέσεις κατά παράκαμψη κάθε νόμιμης και αξιοκρατικής διαδικασίας, πληρώνονταν από τον δημόσιο κορβανά χωρίς να προσφέρουν το παραμικρό, και τόσων άλλων.

Η κοινή γνώμη δίκαια αγανακτεί για τις περιπτώσεις αυτές και απαιτεί την παραδειγματική τιμώρηση των ενόχων. Διάχυτη είναι η αίσθηση ότι οι διαφόρων ειδών ασυλίες πρέπει να σταματήσουν. Πρώτη απ΄ όλες, η επίσημη ασυλία υπουργών και βουλευτών, ρύθμιση-ντροπή που έχει μάλιστα περιβληθεί με την περιωπή συνταγματικής διάταξης, και για την οποία κοινό αίτημα είναι ότι πρέπει να βρεθεί τρόπος να παρακαμφθεί ώσπου να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα. Πέρα από έναν μικρό αριθμό διώξεων που γίνονται με αποκλειστικά πολιτικά κίνητρα και αφορούν πολιτικές ενέργειες ή και έκφραση γνώμης, η ασυλία αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ωμή ατιμωρησία που οι νομοθετούντες έχουν απλόχερα προσφέρει στον εαυτό τους.

Υπάρχουν όμως και ανεπίσημες ασυλίες, πολλές από τις οποίες συνεπάγονται επίσης ατιμωρησίες· και πολυάριθμοι είναι αυτοί που τις διεκδικούν για τον εαυτό τους ή πάντως τις ανέχονται για ορισμένες κατηγορίες προσώπων. Οι ασυλίες αυτές είναι πολλών ειδών. Ασυλία διεκδικεί, για παράδειγμα, το κόμμα που αρνείται τον νόμιμο έλεγχο των οικονομικών του, ενώ τον ζητεί επίμονα για όλα τα άλλα. Ασυλία, που συνοδεύεται και από ατιμωρησία, ανέχονται πολλοί από εμάς να υπάρχει υπέρ των πολιτικών που κατά παρέκκλιση κάθε νομότυπης διαδικασίας διόρισαν στο Δημόσιο «τα δικά μας παιδιά», ή που με σκανδαλώδεις νόμους ευνόησαν την ποδοσφαιρική ομάδα που υποστηρίζουμε· ή πάλι αισθανόμαστε ότι προσήκει επιείκεια υπέρ καταχραστών που δεν έβαλαν τα χρήματα στην τσέπη τους αλλά «μόνο» στα ταμεία της ομάδας.

Περισσότερα

Monday, January 17, 2011

Nazi Philosophers

by Eric Schwitzgebel


The Splintered Mind
December 30, 2010

Recently, I've done a fair bit of work on the moral behavior of ethics professors (mostly with Josh Rust). We consistently find that ethics professors behave no better than socially comparable non-ethicists. So far, the moral violations we've examined are mostly minor: stealing library books, not voting in public elections, neglecting student emails. One might argue that even if ethicists behave no better in such day-to-day ways, on grand issues of moral importance -- decisions that reflect one's overarching worldview, one's broad concern for humanity, one's general moral vision -- they show greater wisdom.

Enter the Nazis.

Nazism is an excellent test case of the grand-wisdom hypothesis for several reasons: For one thing, everyone now agrees that Nazism is extremely morally odious; for another, Germany had a robust philosophical tradition in the 1930s and excellent records are available on individual professors' participation in or resistance to the Nazi movement. So we can ask: Did a background in philosophical ethics serve as any kind of protection against the moral delusions of Nazism? Or were ethicists just as likely to be swept up in noxious German nationalism as were others of their social class? Did reading Kant on the importance of treating all people as "ends in themselves" (and the like) help philosophers better see the errors of Nazism or, instead, did philosophers tend to appropriate Kant for anti-Semitic and expansionist ends?

More

Monday, January 3, 2011

Introduction to Libertarian Legal Theory

by Stephan Kinsella

Mises Daily

January 3, 2011

Libertarianism is both old and new. It is rooted in ancient ideas of natural justice, fairness, peace, and cooperation. You could even say that any civilized society is already somewhat libertarian. After all, civilization requires peace and cooperation, which imply respect for others' rights. This is what the libertarian seeks.

To be sure, there are deviations from ideal libertarianism, in the form of both private crime and public crime — that is, state regulations and laws that derogate from private-property rights. But the prosperity of the modern age is the result of human cooperation and free markets, and it exists despite deviations from libertarian principles. Most people would not steal their neighbor's property even if they could get away with it. They respect their neighbors' libertarian rights already — to a certain degree.

But libertarianism is new, too. It is fresh and radical. Depending on when you peg its origins, it is at most only a couple hundred years old. Arguably, modern, full-fledged, sophisticated, radical libertarianism begins with Rothbard, so it is really only 50 or 60 years old — For A New Liberty was published in 1973.

Libertarian thought obviously requires a sound understanding of property rights and economics. And because Austrian economics is sound economics, sophisticated libertarian theorizing must be informed by a grasp of Austrian economics.

But libertarianism is primarily concerned with individual rights, and thus with aggression — crime — as the fundamental enemy of rights. There is private crime, yes. But the state is an agency of institutionalized aggression and is the primary threat to civilization and rights. Thus, libertarianism has to be informed by Austrian economics, and it has to be radically antistate. As the greatest student of Ludwig von Mises, Rothbard was ideally suited to systematize and radicalize individualist libertarian thought and integrate it, as it had to be, with Austrian economics.

More

Thursday, December 30, 2010

Η ευσυνειδησία καλλιεργείται

Συνέντευξη της Lynn Stout στην Κατερίνα Οικονομάκου

Ελευθεροτυπία
30 Δεκεμβρίου 2010

Ο άνθρωπος δεν είναι λύκος για τον άνθρωπο, λέει η Λιν Στάουτ, η οποία διδάσκει στη Σχολή Νομικής του UCLA, διαβεβαιώνοντας πως η επιστήμη αποδεικνύει ότι ο Τόμας Χομπς έσφαλλε όταν έλεγε εκείνο το περίφημο: Homo Homini Lupus. «Τουλάχιστον, αυτό δεν ισχύει για τη μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων. Συνήθως είμαστε καλύτεροι από ό,τι υποθέτει ο Χομπς», λέει.

Στο νέο της βιβλίο, με τίτλο Cultivating Conscience: How Good Laws Make Good People («Καλλιεργώντας τη Συνείδηση. Πώς οι καλοί νόμοι φτιάχνουν καλούς ανθρώπους») εξηγεί ότι, στο σωστό περιβάλλον, επιτρέπουμε στους εαυτούς μας να φέρουν στην επιφάνεια την πιο καλή πλευρά μας. Και υποδεικνύει τα τρία βήματα αλλαγής που πρέπει να κάνει μια κοινωνία εάν είναι αποφασισμένη να ασχοληθεί με την καλλιέργεια και της φορολογικής συνείδησης των μελών της.

Περισσότερα


Thursday, December 16, 2010

What philosophy can do for the world

Telegraph (Calcuttta, India)
December 16, 2010

The eminent thinker, Martha Nussbaum, speaks to Somak Ghoshal on education, emotions and the enduring legacy of Rabindranath Tagore.

Philosophers are supposed to be reclusive souls who prefer to keep themselves busy high up in their ivory towers — not at the ironing board. However, Martha Nussbaum, Ernst Freund Distinguished Service Professor of Law and Ethics at Chicago University, begs to differ. When I called in for her at a city hotel last week, a few minutes early for my appointment, she was ironing her clothes, getting ready for a long day, in the course of which she delivered a keynote address on Rabindranath Tagore at a panel discussion. But she had still found time for a brisk workout at the gym. “I love to exercise,” she confessed, looking strikingly fit for her 63 years. Nussbaum had once said that the American actress, Candice Bergen, should play her in a film on her life. After my first few minutes with her, I was willing to agree.

It would not have been odd for Nussbaum to become a famous actress anyway. At 11, she played Joan of Arc in a school play, wrote another one on Robespierre, in French, where she played the title role. She even started out as a student of theatre at New York University, before choosing to train as a classicist. “I thought as an actress I would be able to have broader emotional experiences,” she says, “but then, I quickly figured out that I wanted to think about tragic dramas, not act in them.” Even in her Robespierre play, she was more interested in the “conflict between high ideals and personal friendship”, in exploring the idea that “universal ideals must be balanced against a love of particulars”.

More

Wednesday, December 8, 2010

Mιά Ρεαλιστική Ουτοπία: από τον Κant στον Rawls

του Στέλιου Βιρβιδάκη

Σύγχρονα Θέματα
τεύχος 91 (Οκτ. - Δεκ. 2005)

Είναι γνωστή η ουσιαστική οφειλή του Rawls στην καντιανή πρακτική φιλοσοφία. Στα περισσότερα έργα του υπαρχουν ρητές ή υπόρρητες αναφορές στα σχετικά κείμενα του Κant2. Ετσι, και στην εισαγωγή του εκτενούς δοκιμίου του Το δίκαιο των λαών, που δημοσιεύτηκε στην πλήρη μορφή του το 1999, προτείνει να ακολουθήσουμε τον δρόμο του Kant, όπως τον σκιαγράφησε ο ίδιος στο Για την αιώνια ειρήνη και την ιδέα του περί μιας ομοσπονδίας των λαών νοούμενης ως foedus pacificum3. Και σε αρκετά σημεία κατά την ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας του παραπέμπει σε συγκεκριμένες θέσεις του κλασικού καντιανού κειμένου που εμπνέει την προσπάθειά του να εφαρμόσει τις αρχές της φιλελεύθερης θεωρίας του στο διεθνές δίκαιο και την παγκόσμια πολιτική σκηνή.

Ωστόσο, είναι πολύ φυσικό να πάρχουν σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα στο ρωλσιανό εγχείρημα και το πρότυπό του. Mπορεί κανείς να πιστέψει πως και μόνο η χρονική απόσταση και η εξέλιξη των αντιλήψεων από την χρυσή εποχή του διαφωτισμού μέχρι τα τέλη του εικοστού αιώνα συνεπάγονται την αναθεώρηση των αυστηρών αρχών του συγγραφέα της Κριτικής του πρακτικού λόγου. Η διαφορετική ερμηνεία τους υπαγορεύεται από την αλλαγή του μεταφυσικού υποβάθρου και του γενικότερου μεθοδολογικού πλαισίου και καθιστά δυνατή την καλύτερη προσαρμογή τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης ηθικής και πολιτικής θεωρίας. Η συμβολαιοκρατική θεώρηση του Rawls συμφωνεί σε πολλά σημεία αλλά και απομακρύνεται από την σύλληψη του ηθικού νόμου κατά τον Kant4. Ομως το Για την αιώνια ειρήνη ήδη απέχει πολύ από την Κριτική του πρακτικού λόγου και ξεκινά από τις πραγματιστικότερες αντιλήψεις που αποκρυσταλλώνονται στην Rechtslehre της Μεταφυσικής των ηθών5. Στην εργασία που ακολουθεί θα προσπαθήσω να απομονώσω ορισμένα από τα κυριότερα σημεία συνέχειας αλλά και διαφοροποίησης της προβληματικής του Δικαίου των λαών από το αρχικό πλαίσιο του Για την αιώνια ειρήνη. Κεντρικός άξονας της ανάλυσής μου θα είναι η διερεύνηση της έννοιας της «ρεαλιστικής ουτοπίας» στην οποία επιμένει ο Rawls. Τα ερωτήματα που θα με απασχολήσουν αφορούν το ακριβές περιεχόμενο και το πρακτικό της αντίκρισμα. Το ζήτημα βέβαια στο οποίο ανάγονται τελικά αυτά τα ερωτήματα αφορά το κατά πόσον το μοντέλο ρύθμισης των διεθνών σχέσεων που εισηγείται ο Rawls στο Δίκαιο των λαών μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά ρεαλιστικό. Σε κάθε περίπτωση, οι προτάσεις του συνιστούν μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αναδιατυπώσεις, προεκτάσεις και συγκεκριμενοποιήσεις του καντιανού οράματος, ενός οράματος που εξακολουθεί να αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για τις συζητήσεις της εποχής μας. Η μελέτη τους μας επιτρέπει να ξαναδούμε από κοντά και να αποτιμήσουμε την δυναμική της σκέψης του Κant.

Περισσότερα

Saturday, November 20, 2010

Prosecuting Terrorists in Federal Court

New York Times
Room for Debate
November 19, 2010


Ahmed Ghailani was convicted on Wednesday in federal court on one count of conspiracy related to the 1998 embassy bombings in Africa. The jury acquitted him on more than 280 other charges, including every count of murder. He will face 20 years to life in prison for that one charge.

The mixed verdict has re-ignited the debate over the Obama administration’s effort to handle terrorism prosecutions in the criminal justice system. Critics said the verdict proved that civilian courts could not be trusted to handle the prosecution of Al Qaeda terrorists.

What does the Ghailani case and verdict tell us about whether federal court is an appropriate forum for trying Guantánamo detainees?

"A Fair Trial, Without Torture's Taint"
David Cole, Georgetown University Law Center

"What This Means for Other Cases"
Robert Chesney, University of Texas School of Law

"Justice Was Not Done"
Andrew C. McCarthy, National Review

"A Proper Conviction"
Diane Marie Amann, U.C. Davis School of Law

"Create a Hybrid Court"
Glenn M. Sulmasy, law professor, U.S. Coast Guard Academy

"Be Cautious About Drawing Lessons"
Orin Kerr, George Washington Law School

More

Friday, November 19, 2010

Thank the Courts

by Linda Greenhouse

New York Times
November 18, 2010

“America has reached a fork in the road, and the time has come to make a decisive choice,” Daniel J. Popeo, chairman of the Washington Legal Foundation, wrote this week in his monthly column in The Washington Examiner. The choice he posited was between continuing to endure judicial intervention in the conduct of the war on terrorism and “returning control over national and homeland security decisions to the executive and legislative branches.”

I don’t mean to single out the Washington Legal Foundation, a respected conservative research and litigation organization. It is hardly alone in its ritualized framing of a dichotomy between law and national security.

And that’s the point. That the courts — and the lawyers who bring cases to them — are a threat to the country is a trope that has penetrated deep into public consciousness. The typical accompanying warning against “Miranda rights for terrorists” resonates with the doom-saying of an earlier generation of conservatives to the effect that courts make it impossible to keep the streets safe from common criminals.

Now, as then, politicians who would stand up for the courts do so at their peril, or presumed peril. Mark the Obama administration’s painful indecision about what to do with the self-described mastermind of 9/11, Khalid Shaikh Mohammed, as Exhibit A. A New York jury’s acquittal this week of Ahmed Ghailani, the accused embassy bomber, on all but one of many charges provided an utterly predictable platform for Republican politicians to denounce the use of civilian courts to try terrorism cases.

More

Egos on the Bench

by Dahlia Lithwick

Slate
November 17, 2010

Imagine an America plunged into a recession, with a president attempting to implement progressive reforms while an intransigent Supreme Court defiantly protects the interests of big business. Now imagine that same president is given the opportunity to fill not just one or two but nine Supreme Court seats over his tenure, and to fill those seats with some of the leading progressive lawyers and thinkers of the time. Quite a thought experiment, no? Imagine a present-day Supreme Court comprised of people like Pam Karlan, Harold Koh, Amy Klobuchar (insert your own "liberal Scalia" here).

Breathe deep, my Federalist Society friends. It's still just a thought experiment.

But this was precisely the scenario faced by Franklin Roosevelt in 1937 when he first tried to pack the Supreme Court with liberal jurists. He sought to replace the "nine old men" who persistently blocked progressive legislation with the great legal liberal minds of his time. And thus this is the thought experiment to which one can't help but return throughout Noah Feldman's terrific new book Scorpions: The Battles and Triumphs of FDR's Great Supreme Court Justices. What does it mean when a president boldly attempts to reshape American constitutional thought? Did FDR's four "great" Supreme Court appointees, who all served together from 1941 through 1954—Felix Frankfurter, Robert Jackson, Hugo Black, and William O. Douglas—redefine liberal constitutional thought? Having been selected to constitute some kind of liberal dream team—an FDR-stamped and certified Miracle on Ice—did they vanquish conservative jurisprudential thought for all time?

More

Thursday, November 18, 2010

Reforming Afghanistan’s Broken Judiciary

International Crisis Group
Asia Report N°195
November 17, 2010


Afghanistan’s justice system is in a catastrophic state of disrepair. Despite repeated pledges over the last nine years, the majority of Afghans still have little or no access to judicial institutions. Lack of justice has destabilised the country and judicial institutions have withered to near non-existence. Many courts are inoperable and those that do function are understaffed. Insecurity, lack of proper training and low salaries have driven many judges and prosecutors from their jobs. Those who remain are highly susceptible to corruption. Indeed, there is very little that is systematic about the legal system, and there is little evidence that the Afghan government has the resources or political will to tackle the challenge. The public, consequently, has no confidence in the formal justice sector amid an atmosphere of impunity. A growing majority of Afghans have been forced to accept the rough justice of Taliban and criminal powerbrokers in areas of the country that lie beyond government control.

To reverse these trends, the Afghan government and international community must prioritise the rule of law as the primary pillar of a vigorous counter-insurgency strategy that privileges the protection of rights equally alongside the protection of life. Restoration of judicial institutions must be at the front and centre of the strategy aimed at stabilising the country. The Afghan government must do more to ensure that judges, prosecutors and defence attorneys understand enough about the law to ensure its fair application. Reinvigoration of the legal review process and the adoption of a more dynamic, coordinated approach to justice sector reform are critical to changing the system. Justice is at the core of peace in Afghanistan and international engagement must hew to the fundamental goal of restoring the balance of powers in government and confronting governmental abuses, past and present. Urgent action is also needed to realign international assistance to strengthen support for legal education, case management, data collection and legal aid.

Legal institutions and legal elites have been deeply affected by the political paroxysms of more than three decades of conflict. The judiciary has been scarred by a legacy of political interference by both Afghan powerbrokers and external actors. Judicial independence has, as a result, been one of the main casualties of Afghanistan’s protracted war. The courts, for years, have suffered manipulation from an executive branch that has abused the law to fortify its position in the ongoing tussles between the secular and religious, the centre and periphery, the rich and poor. The Afghan government’s historic inability and persistent unwillingness to resolve conflicts between state codes, Islamic law and customary justice embedded in the legal culture have further destabilised the country. The critical leverage provided to fundamentalists in the constitution has concurrently had a deep impact on the evolution of legal institutions.

More

Ηθική και βιοηθική

της Μυρτώς Δραγώνα-Μονάχου

Επιστήμη & Κοινωνία
τ. 8-9, Άνοιξη-Φθινόπωρο 2002

Το εισαγωγικό αυτό άρθρο επιχειρεί να φωτίσει την έννοια της βιοηθικής ως διεπιστημονικού κλάδου της εφαρμοσμένης ηθικής, που τα τελευταία χρόνια βρίσκεται συνεχώς στο προσκήνιο, και να δείξει την εγγενή σχέση της με την ηθική φιλοσοφία και πρακτική και τη συνάφειά της με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ως όρος η βιοηθική επινοήθηκε πριν από τριάντα χρόνια, χρησιμοποιήθηκε αρχικά σε ευρεία έννοια όπως συμβαίνει σπάνια και σήμερα βαθμηδόν συρρικνώθηκε ως μετεξέλιξη της ιατρικής ηθικής και στις μέρες μας κατέληξε αυτόνομη και σύνθετη ηθικο-κοινωνική οικουμενική δραστηριότητα. Καίτοι καθιερώθηκε ως ο σημαντικότερος κλάδος της εφαρμοσμένης ηθικής και αποκρυσταλλώθηκε ως έρευνα των ηθικών προβλημάτων και διλημμάτων που προκύπτουν από την ιλιγγιώδη ανάπτυξη των βιοεπιστημών και της βιοτεχνολογίας, συχνά αμφισβητείται η αρμοδιότητα και μεθοδολογία της γιατί δεν αντιμετωπίζεται πάντα ως εφαρμοσμένη φιλοσοφία. Η βιοηθική δεν εφαρμόζει ωστόσο γραμμικά στην πράξη καθιερωμένες και νεότερες ηθικές θεωρίες, αναλύει καταστάσεις με βάση οικουμενικές αξίες, σέβεται την ελευθερία της έρευνας, παίρνει σοβαρά υπόψη της τα επιστημονικά δεδομένα για το καλό του ανθρώπου και στήνει έννοιες- γέφυρες ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, όπως είναι η δικαιοσύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κατά βάση χρησιμοποιεί ως κριτήριο αξιολόγησης και ελέγχου των τεχνο- επιστημονικών επιτευγμάτων τον σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων που πιστεύεται ότι διακυβεύεται από τη βιοτεχνολογική επανάσταση όπως προκύπτει και από την πρόταξη του σεβασμού τους στις πρόσφατες ευρωπαϊκές και διεθνείς σχετικές διακηρύξεις.

Εχουν περάσει τριάντα χρόνια από την ορολογική γέννηση της 'βιοηθικής'. Η βιοηθική ενηλικιώθηκε, καθιερώθηκε, ιδώθηκε ως ασφαλιστική δικλείδα απέναντι στην ιλιγγιώδη τεχνο-επιστημονική πρόοδο, αλλά και ως τόπος συνάντησης και συμφιλίωσης επιστημονικής προόδου και αξιών. Το περιεχόμενό της ωστόσο εξακολουθεί να παραμένει για πολλούς αμφιλεγόμενo και αόριστo καθώς και η σχέση της με ό,τι γενικά και κοινότοπα θεωρούμε ως ηθική. Ο συλλογικός και συναινετικός χαρακτήρας της και η διεπιστημονική υφή της εμφανίζονται κάπως αντιφατικά με το διαπροσωπικό αλλά εσώτερα προσωπικό, καίτοι όχι ιδιωτικό, χαρακτήρα της ηθικής. Τα πρωτάκουστα, καινότροπα, και περιπτωσιακά τις περισσότερες φορές και σχεδόν πάντα συγκεκριμένα προβλήματα και διλήμματα που αντιμετωπίζει φαίνονται σε μερικούς να προσκρούουν στον δήθεν συντηρητικό, απολυτοκρατικό, γενικευτικό, μάλλον οικουμενικό, χαρακτήρα της ηθικής, κι έτσι δύσκολα να επιδέχονται `ηθικολογικές' λύσεις ή έστω αναλύσεις. Η αοριστία του όρου είναι εμφανέστερη στη γλώσσα μας, όπου με τη λέξη `ηθική', μερικές φορές εννοούμε αδιάκριτα αυτό που στις νεότερες γλώσσες αποδίδεται με δύο, κάποτε ευδιάκριτους καίτοι όχι πάντα μονοσήμαντους, όρους ως morals και ethics (Δραγώνα-Μονάχου 1995: 46-54). Οι όροι αυτοί κάποτε επικαλύπτονται ή χρησιμοποιούνται ιδιοσυγκρασιακά. Κατά βάση όμως διακρίνουν την ηθική (morals) ως κανονιστικό, πρακτικό λόγο, `λόγο πρώτης τάξης', `σύνολο θρησκευτικά και ιδεολογικά φορτισμένων κανόνων συλλογικής χρήσης', από την ηθική φιλοσοφία (ethics) ως `επιστήμη της ηθικότητας', απότοκο ορθολογικότητας, `στοχαστική, επιλεκτική, ανεκτική δραστηριότητα' (Gilly 2001: 10), ευρύτερο θεωρητικό λόγο, λογική, γλωσσική, εννοιολογική αλλά και ουσιαστική ανάλυση του ηθικού λόγου (discourse), των ηθικών εννοιών, κρίσεων και αρχών, σχεδόν συνώνυμη με τη `μεταηθική' και τη `μεταηθικότητα' (Δραγώνα-Μονάχου 1995: 56-57). Μην ξεχνάμε ότι, διαφορετικά από τον ελληνογενή όρο που συνδέεται με το `έθος' και που πρωτοβρίσκουμε ως επίθετο στον Αριστοτέλη και ως ουσιαστικό στους Στωικούς και το λατινογενή με αφετηρία το κικερώνειο mores, ο όρος 'βιοηθική', αλλά και το πράγμα, ξεκίνησε και καθιερώθηκε στον αγγλόφωνο κόσμο ως bioethics και αποδόθηκε ανάλογα σ' όλες τις γλώσσες και στη δική μας μάλιστα χωρίς διάκριση ανάμεσα στον κανονιστικό-πρακτικό και τον θεωρητικό χαρακτήρα της. Η βιοηθική, εμφανίστηκε στον κόσμο των διανοουμένων, των πολιτικών και της κοινής γνώμης , όπως ειπώθηκε (Gilly 2001: 11-13, 123), για να κάνει ακόμη πιο περίπλοκες `τις εύθραυστες σχέσεις ανάμεσα στις δύο αποδόσεις morale και ethique' ώστε, σύμφωνα με μια παράδοξη γλωσσική αλχημεία, ενώ η λατινογενής λέξη morale εξαφανίστηκε από τη γαλλική γλώσσα και τους μαυροπίνακες των σχολείων καταδικασμένη σε αχρηστία και παρελθοντισμό, η ελληνογενής λέξη ethique εμφανίζεται δυναμικά στολισμένη με το φως του μοντερνισμού', ενώ η ηθική είναι και πρέπει να μείνει προσωπική, `βλέμμα ενός ανθρώπου προς τον εαυτό του και τις πράξεις του και όχι μιας μικρής ομάδας στην κοινωνία'.

Περισσότερα

Wednesday, November 17, 2010

Breyer says justices must adapt to Facebook world

Associated Press/Washington Post
November 16, 2010

Don't expect a Facebook friend request from Supreme Court Justice Stephen Breyer any time soon.

The 72-year-old justice said in a speech at Vanderbilt Law School on Tuesday that he was perplexed when he recently saw the film The Social Network about the origins of Facebook.

But Breyer said the film illustrates his argument that modern conditions - like the development of the social-networking site - should inform justices when interpreting a Constitution written in the 18th century.

"If I'm applying the First Amendment, I have to apply it to a world where there's an Internet, and there's Facebook, and there are movies like ... The Social Network, which I couldn't even understand," he said.

More